Tag Archives: Καρδιά

Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 7ο: ΒΑΛΒΙΔΟΠΑΘΕΙΕΣ – ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΠΑΘΕΙΕΣ

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Συνεχίζουμε με τις βαλβιδοπάθειες, τις παθήσεις των βαλβίδων της καρδιάς, και τις μυοκαρδιοπάθειες, τις δομικές παθήσεις του καρδιακού μυός. Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Έχω πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδας”

Ο μύθος στην παραπάνω φράση έγκειται στο πόσο συχνά την ακούω. Μπορώ να βεβαιώσω ότι μία στις δύο γυναίκες ηλικίας 20 έως 50 χρονών μου αναφέρουν την παραπάνω φράση όταν παίρνω το ιατρικό ιστορικό τους. Ενώ παγκοσμίως η συχνότητα της πρόπτωσης μιτροειδούς είναι πολύ χαμηλότερη, στην Ελλάδα συνιστά… επιδημία. Είναι σαν μια ολόκληρη γενιά Καρδιολόγων να έπαθε “εμμονή” μ’ αυτή τη διάγνωση. 

Πρόπτωση σημαίνει ότι λόγω κατασκευαστικού ελαττώματος, η βαλβίδα ανάμεσα στον αριστερό κόλπο και στην αριστερά κοιλία της καρδιάς που ονομάζεται μιτροειδής (η οποία αποτελείται από δύο τμήματα που ονομάζονται γλωχίνες και ανοιγοκλείνοντας θυμίζουν πόρτες από… saloon) χάνει τη στήριξή της, πέφτει (προπίπτει) μέσα στον αριστερό κόλπο κατά τη σύγκλεισή της και προκαλείται ανεπάρκεια της βαλβίδας (χάνει δηλαδή η βαλβίδα τη στεγανότητά της). Αυτή η κατάσταση συνδυάζεται με ένα λίγο αυξημένο ποσοστό αιφνιδίου θανάτου (ιδίως κατά την άσκηση), ενώ μπορεί να προκαλέσει και αιμοδυναμικές επιπτώσεις λόγω της ανεπάρκειας της βαλβίδας που αυτή προκαλεί. 

Δυστυχώς όμως, η διάγνωση μπαίνει από πολλούς συναδέλφους καταχρηστικά, σε κάθε περίσσεια ιστού της βαλβίδας, σε μια μικρή κάμψη μιας γλωχίνας κλπ, καταστάσεις δηλαδή που είναι μέσα στη σφαίρα της φυσιολογικότητας με τις παραλλαγές της (όλες οι καρδιές δεν είναι ίδιες, όπως και όλα τα πρόσωπα δεν είναι ίδια, αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος έχει π.χ. λίγο πιο μεγάλη μύτη είναι και ασθενής). Το αποτέλεσμα είναι να βαφτίζονται “προπτώσεις” απολύτως φυσιολογικές καταστάσεις, να διαβάζουν οι ασθενείς στο διαδίκτυο για την πραγματική  πρόπτωση και να… τρελαίνονται. Μερικές φορές χρησιμοποιώ το εξής παράδειγμα για να κατανοήσουν οι ασθενείς την παρανόηση: “αν σου πω ότι στο σπίτι μου έχω για κατοικίδιο ένα ερπετό, τι θα καταλάβεις; Ερπετό είναι και η σαύρα, ερπετό είναι και ο κροκόδειλος!” Έτσι και με την πρόπτωση: μια μικρή περίσσεια ιστού σε μια γλωχίνα της μιτροειδούς βαλβίδας, δεν κατατάσσει τον ασθενή στην κατηγορία του… κροκόδειλου!

Και μια αυτοκριτική για τον κλάδο μου: δεν είναι και τόσο κακό όταν ολοκληρώνοντας της εξέταση ενός φυσιολογικού ανθρώπου του πούμε: “δεν έχεις απολύτως τίποτα – είσαι υγιής”!


“Ο γιατρός μου είπε ότι έχω ανεπάρκεια μιας βαλβίδας”

Και αυτή η πρόταση δεν θα είχε τίποτα κακό, αν δεν την άκουγα τόσο συχνά! Πληθώρα υγιών ανθρώπων είναι “φορτωμένοι” με διάγνωση ανεπάρκειας βαλβίδας, ενώ έχουν μόνο μια μικρή διαφυγή. Ανεπάρκεια σημαίνει ότι η βαλβίδα λόγω ελαττώματος δεν μπορεί να προσφέρει στεγανότητα, αφήνει δηλαδή και παλινδρομεί το αίμα που πέρασε από αυτήν, προς τα πίσω. Στην πράξη όμως, ιδιαίτερα από τότε που έχουν μπει στην κλινική πράξη οι υπέρηχοι, βλέπουμε ότι αρκετές βαλβίδες (συνήθως των δεξιών καρδιακών κοιλοτήτων) όταν κλείνουν επιτυχώς επιτρέπουν μια μικρή παλινδρόμηση αίματος. Αυτό το ονομάζουμε διαφυγή και όχι ανεπάρκεια και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί το “φόρτωμα” του εξεταζόμενου με βαρύγδουπες διαγνώσεις. Ξαναλέω: δεν είναι κακό να λέμε στους ανθρώπους ότι όλα είναι φυσιολογικά!


“Γιατί γιατρέ να χειρουργηθώ για τη βαλβίδα μου; Αφού αισθάνομαι μια χαρά!”

Οι δύο κλασικότερες παθήσεις των βαλβίδων είναι η στένωση και η ανεπάρκεια. Στένωση σημαίνει ότι η βαλβίδα κατά το άνοιγμά της περιορίζεται με αποτέλεσμα να μην μπορεί να περάσει σωστά το αίμα μέσα από αυτήν. Ανεπάρκεια σημαίνει ότι η βαλβίδα ανοίγει μεν σωστά, αλλά δεν κλείνει στεγανά, με αποτέλεσμα να ξαναγυρίζει προς τα πίσω το αίμα που πέρασε μέσα από αυτήν. Φυσικά, υπάρχει περίπτωση μια βαλβίδα να έχει και τις δύο παθήσεις και τότε η βαλβιδοπάθεια ονομάζεται μεικτή (στένωση και ανεπάρκεια).  

Οι παθήσεις αυτές, έχουν στάδια βαρύτητας. Υπάρχει ήπια, μέτρια και σοβαρή στένωση ή ανεπάρκεια. Όλες οι βαλβιδοπάθειες δεν εξελίσσονται απαραίτητα. Όταν όμως αυτό συμβαίνει, τότε όσο χειροτερεύει η βαλβιδοπάθεια, η καρδιά (το μυοκάρδιο) αναπτύσσει αντισταθμιστικούς μηχανισμούς όπως είναι η διάταση και η υπερτροφία για να αντιρροπήσει τη βλάβη της βαλβίδας. Αυτή η αντιρρόπηση δεν είναι απεριόριστη. Υπάρχουν συγκεκριμένα όρια που δεν πρέπει να ξεπεραστούν. Όταν το μυοκάρδιο φτάσει αυτά τα όρια, τότε είναι η βέλτιστη χρονική στιγμή για να χειρουργηθεί μια βαλβιδοπάθεια γιατί η εξέλιξή της θα βλάψει πλέον ανεπανόρθωτα το μυοκάρδιο. Ενώ λοιπόν το χρονικό αυτό σημείο συμπίπτει με την εμφάνιση των συμπτωμάτων (κυρίως δύσπνοιας) στην περίπτωση της στένωσης των βαλβίδων (και άρα ο ασθενής καταλαβαίνει ότι ήρθε η ώρα να χειρουργηθεί), δεν συμβαίνει το ίδιο με την περίπτωση της ανεπάρκειας, καθώς το χρονικό σημείο της “εξάντλησης” των αντισταθμιστικών μηχανισμών (τα οποία φαίνονται στο υπερηχοκαρδιογράφημα) προηγείται της εμφάνισης των συμπτωμάτων. Η καθυστέρηση του χειρουργείου και κατά συνέπεια η εμφάνιση των συμπτωμάτων, συνήθως σημαίνει και ανάπτυξη μόνιμης (μη αναστρέψιμης) βλάβης του μυοκαρδίου με αποτέλεσμα την όχι και τόσο καλή έκβαση του χειρουργείου. Γι’ αυτό οι ασθενείς με ανεπάρκειες βαλβίδων θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί και να ακολουθούν τις προγραμματισμένες επισκέψεις στον καρδιολόγο τους για συνεχή επανεκτίμηση της ανεπάρκειάς τους.


“Έβαλα βιολογική προσθετική βαλβίδα και όχι μεταλλική, και έτσι γλίτωσα τα αντιπηκτικά!”

Όταν ο ασθενής φτάσει στο σημείο να χειρουργηθεί για την βαλβιδοπάθειά του, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θα πρέπει να γίνει αντικατάσταση της βαλβίδας. Βέβαια, πρώτη επιλογή είναι η επιδιόρθωση της δικιάς του βαλβίδας όταν αυτό είναι εφικτό, αλλά δεν γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις και δεν μπορούν όλοι ο καρδιοχειρουργοί να το κάνουν με την ίδια επιτυχία. Η αντικατάσταση λοιπόν της πάσχουσας βαλβίδας γίνεται με τη χρησιμοποίηση των προσθετικών βαλβίδων. Αυτές διακρίνονται σε δύο είδη: τις βιοπροσθετικές και τις μεταλλικές βαλβίδες. Οι βιοπροσθετικές είναι βαλβίδες που λαμβάνονται συνήθως από χοίρο (γουρούνι) και με μια ειδική επεξεργασία εμφυτεύονται στη θέση της πάσχουσας βαλβίδας. Επειδή αποτελούνται από βιολογικό υλικό είναι απολύτως συμβατές και δεν απαιτούν τη λήψη αντιπηκτικής αγωγής (δεν μαζεύουν δηλαδή θρόμβους αίματος), όμως δεν είναι αθάνατες. Έχουν μια χρονική διάρκεια που στη βιβλιογραφία φτάνει τα 15 περίπου χρόνια. Προσοχή: αυτό δεν σημαίνει ότι θα κρατήσουν οπωσδήποτε 15 χρόνια, καθώς έχει συμβεί να εκφυλίζονται  πολύ νωρίτερα (σε κάποιες περιπτώσεις σε 1 και 2 χρόνια). Από την άλλη, οι μεταλλικές βαλβίδες είναι πρακτικά άφθαρτες, όμως για τη σωστή λειτουργία τους είναι απαραίτητη η δια βίου χορήγηση αντιπηκτικών φαρμάκων, καθώς είναι θρομβογόνες.

Με βάση τα παραπάνω, η επιλογή της βαλβίδας θα πρέπει να είναι σχεδόν πάντα η μεταλλική και η βιολογική βαλβίδα να επιλέγεται είτε σε ασθενείς πολύ μεγάλης ηλικίας (όπου το προσδόκιμο επιβίωσης είναι μικρότερο από την αντοχή της βαλβίδας προκειμένου να αποφύγουμε τα αντιπηκτικά) είτε σε πολύ νέους ασθενείς όταν θέλουν να αποκτήσουν παιδιά (καθώς με τα αντιπηκτικά δεν είναι φρόνιμο να τεκνοποιήσουν) στους οποίους εν γνώσει τους εμφυτεύεται βιοπροσθετική βαλβίδα και μετά την ολοκλήρωση του οικογενειακού προγραμματισμού, με νέο χειρουργείο εμφυτεύεται η μόνιμη μεταλλική βαλβίδα. Σε ηλικίες 70-75 ετών, όπου δεν είναι και τόσο σαφές το προσδόκιμο ζωής, η απόφαση “βαραίνει” περισσότερο την προτίμηση του ασθενούς, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα. Και πάλι όμως, η απόφαση εμπεριέχει ένα βαθμό ρίσκου, καθώς δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα απαιτηθεί νέο χειρουργείο σε μερικά χρόνια, ενώ επίσης (και αυτό συμβαίνει ολοένα και συχνότερα) δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα απαιτηθεί η για άλλο λόγο χορήγηση αντιπηκτικών, όπως είναι π.χ. η εμφάνιση κολπικής μαρμαρυγής, μιας αρρυθμίας που απαιτεί τη δια βίου λήψη αντιπηκτικών, η συχνότητα της οποίας σ’ αυτές τις ηλικίες μπορεί να φτάνει και το 15%. Υπάρχουν δηλαδή ασθενείς που επέλεξαν βιολογική βαλβίδα (για να αποφύγουν τα αντιπηκτικά) και τελικά τα φορτώθηκαν επειδή λίγο καιρό μετά το χειρουργείο εμφάνισαν κολπική μαρμαρυγή και όχι μόνο έλαβαν αντιπηκτικά, αλλά ζούσαν και με το άγχος ενός μελλοντικά νέου χειρουργείου.

Δυστυχώς, το τελευταίο χρονικό διάστημα διαπιστώνω μια διαρκώς αυξανόμενη τάση εμφύτευσης βιοπροσθετικών βαλβίδων, ακόμη και σε ασθενείς πολύ νέους, όπου η προοπτική νέου χειρουργείου σε μερικά χρόνια είναι δεδομένη. Κι αυτό γίνεται με το “πρόσχημα” της μη λήψης αντιπηκτικών. Θα πρέπει η απόφαση να λαμβάνεται πολύ προσεκτικά και να είμαστε σίγουροι εμείς οι γιατροί ότι ο ασθενής είναι πλήρως ενημερωμένος για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της κάθε βαλβίδας.


“Γιατρέ, γιατί παίρνω Sintrom για τη βαλβίδα; Γιατί δεν μου δίνεις τα καινούρια αντιπηκτικά που βγήκαν; Όλος ο κόσμος τα παίρνει!”

Το Sintrom είναι ένα κλασικό αντιπηκτικό φάρμακο, που όμως έχει δυσκολίες στη λήψη του και αυτές είναι οι εξής: η δόση δεν είναι σταθερή από άνθρωπο σε άνθρωπο ούτε από μέρα σε μέρα στον ίδιο άνθρωπο, απαιτεί τη συχνή εξέταση στο αίμα του χρόνου προθρομβίνης ώστε να αναπροσαρμόζεται η δόση και τέλος, επηρεάζεται από κατανάλωση τροφών πλούσιων σε βιταμίνη Κ όπως είναι τα πράσινα λαχανικά. Το φάρμακο αυτό το παίρνουν όλοι οι ασθενείς με μεταλλικές προσθετικές βαλβίδες, αλλά επίσης το λαμβάνουν πάρα πολλοί άλλοι ασθενείς, όχι γιατί έχουν προσθετικές βαλβίδες, αλλά επειδή έχουν μια αρρυθμία που λέγεται κολπική μαρμαρυγή και η οποία ευθύνεται για εμβολικά επεισόδια, κυρίως εγκεφαλικά. 

Η φαρμακευτική έρευνα λοιπόν, ανέπτυξε νέα αντιπηκτικά φάρμακα τα τελευταία 10 χρόνια, τα οποία είναι πιο εύκολα στη λήψη τους καθώς έχουν σταθερή δόση, δεν απαιτείται έλεγχος του αίματος και ο ασθενής μπορεί να τρώει άφοβα, οτιδήποτε. Η ένδειξή τους όμως είναι για την κολπική μαρμαρυγή και όχι για τις προσθετικές βαλβίδες. Δεν έχουν δηλαδή δοκιμαστεί με επιτυχία σε ασθενείς με προσθετικές μεταλλικές βαλβίδες γι’ αυτό και είναι ιατρικό λάθος η χορήγησή τους σ’ αυτούς τους ασθενείς.


“Έχω μεγαλοκαρδία!”

Άλλος ένας ελληνικής εμπνεύσεως όρος που δεν απαντάται πουθενά στην παγκόσμια βιβλιογραφία (όπως είναι ο όρος “νευροπίεση” που συναντήσαμε σε προηγούμενο άρθρο). Η καρδιακή υπερτροφία είναι ένας αντισταθμιστικός μηχανισμός σε διάφορα καρδιακά νοσήματα (καρδιακή ανεπάρκεια, βαλβιδοπάθειες, μυοκαρδιοπάθειες, συγγενείς καρδιοπάθειες κλπ) και διακρίνεται σε δύο είδη: την έκκεντρο (όταν αυξάνονται οι διαστάσεις των καρδιακών κοιλοτήτων) και την συγκεντρική (όταν παχύνονται τα τοιχώματα). Και τα δύο είδη μπορούν να διαπιστωθούν κατά την εξέταση με το υπερηχοκαρδιογράφημα, ενώ η απουσία υπερτροφίας, δεν αποκλείει την καρδιακή νόσο. Επίσης, τα όρια των φυσιολογικών τιμών για τις μετρήσεις αυτές ποικίλλουν, καθώς εξαρτώνται από το φύλο, την ηλικία και τον σωματότυπο. Συνεπώς, η μεγάλη καρδιά δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και καρδιακό νόσημα και η φυσιολογικών διαστάσεων καρδιά δεν το αποκλείει.

Η όλη παρανόηση προέρχεται από τα.. βάθη των αιώνων, όταν ελλείψει τεχνικών υπερήχου (με τους οποίους σήμερα μετράμε με ακρίβεια χιλιοστού), η εκτίμηση των διαστάσεων της καρδιάς γινόταν μέσω της ακτινογραφίας θώρακα. Τότε, λοιπόν, εκτιμώντας την καρδιαγγειακή σκιά και συγκρίνοντάς την με το μέγεθος του θώρακα, χρησιμοποιούσαν τον όρο “μεγαλοκαρδία”, χωρίς αυτό να μπορούσε να επιβεβαιωθεί σε όλες τις περιπτώσεις, καθώς η μέθοδος αυτή εμφανίζει σοβαρούς περιορισμούς (ανατομική θέση της καρδιάς, τεχνική λήψης κ.α.). Ακόμη όμως και αν κάποιος έχει “μεγάλη καρδιά”, αυτό δεν αποτελεί οριστική διάγνωση, καθώς είναι ένας περιγραφικός όρος που δεν εξηγεί την αιτία που συμβαίνει αυτό. 

Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 6ο: ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟΣ

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Ολοκληρώνοντας την ενότητα της καρδιαγγειακής πρόληψης σειρά έχουν οι παθήσεις στην Καρδιολογία και όσες… ανακρίβειες τις συνοδεύουν. Αρχή με την πιο συχνή πάθηση της Καρδιολογίας και μία από τις κυριότερες αιτίες νοσηρότητας και θνητότητας παγκοσμίως, της στεφανιαίας νόσου (του βουλώματος, δηλαδή, των στεφανιαίων αρτηριών, των αρτηριών που ποτίζουν την καρδιά με αίμα). Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Γιατρέ, παίρνω φάρμακα για… “στηθάκι” πολλά χρόνια. Εσύ μου βρήκες “στηθάκι”;”

Η στηθάγχη (όπως είναι η σωστή διατύπωση) είναι σύμπτωμα και όχι νόσος. Άρα σαν σύμπτωμα, το αναφέρει ο ασθενής, δεν το “βρίσκει” ο γιατρός. Είναι ο πόνος στο στήθος που εμφανίζει ο ασθενής συνήθως σε κόπωση (αλλά και σε άλλες καταστάσεις όπως stress, συγκίνηση, ψυχρό αέρα ή και στην ηρεμία) εξαιτίας ισχαιμίας, δηλαδή ανεπαρκούς αιμάτωσης της καρδιάς. Είναι ένα από τα κλασικά συμπτώματα της στεφανιαίας νόσου. Κάθε πόνος στο στήθος δεν είναι και στηθάγχη, καθώς τα αίτια του θωρακικού άλγους είναι πολλά (και όχι μόνο καρδιακής αιτιολογίας). Όταν λοιπόν ο ασθενής μας πει ότι πονάει στο στήθος όταν περπατάει (έχει δηλαδή στηθάγχη), τότε αυτό δεν αποτελεί τελική διάγνωση. Ο γιατρός οφείλει να προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις ώστε να εντοπίσει το πρόβλημα (αν υπάρχει δηλαδή βουλωμένη στεφανιαία αρτηρία) και να το διορθώσει (με μπαλονάκι ή by-pass). Δεν αφήνει τον ασθενή στη μοίρα του να… πονάει για χρόνια! Είναι σαν να πας στο γιατρό για βήχα και ο γιατρός να σου βάλει διάγνωση… “βήχας”. Και να τον κουβαλάς μάλιστα και για πολλά χρόνια, χωρίς διερεύνηση του που οφείλεται ώστε να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία. 

Η παρανόηση αυτή δημιουργήθηκε πριν πολλά χρόνια (πριν την εφαρμογή της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης) όταν η διάγνωση “στηθάγχη” σε μία συνταγή έδινε το δικαίωμα στον ασθενή να παίρνει τα φάρμακά του με μειωμένη συμμετοχή (10% αντί για 25%). Ήταν δηλαδή ένα “δωράκι” του γιατρού στον καλό ασθενή του. Με την εφαρμογή της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης καταργήθηκε το δωράκι αυτό, αλλά μας έμεινε η στηθάγχη, καθώς σε συντριπτικό ποσοστό των ηλικιωμένων ασθενών είναι γραμμένο στα βιβλιάρια υγείας και στις συνειδήσεις τους.


“Γιατρέ, μουδιάζει το αριστερό μου χέρι στον ύπνο και φοβάμαι μήπως έχω έμφραγμα” 

Η τυπική κλινική εικόνα του εμφράγματος είναι πόνος στο στήθος. Μερικές φορές εκτός από τον πόνο μπορεί να συνυπάρχουν αιμωδίες (μουδιάσματα) στο αριστερό χέρι, καθώς και άλλα συμπτώματα (εφίδρωση, ναυτία, επέκταση του πόνου προς το λαιμό ή προς το αριστερό χέρι ή ακόμη και τελείως άτυπες εκδηλώσεις του πόνου όπως πόνος στο στομάχι). Τα μουδιάσματα δηλαδή κατά τη στιγμή του εμφράγματος συνοδεύουν τον πόνο. Μούδιασμα (χωρίς πόνο) είναι πάντα νευρολογικό σύμπτωμα (οφείλεται σε πιεστικά φαινόμενα του αντίστοιχου νεύρου) και απαιτούν επίσκεψη στον Νευρολόγο.


“Γιατρέ, νοιώθω “σουβλιές” στο στήθος. Μήπως έχω έμφραγμα;”

Οι “σουβλιές” και κάθε στιγμιαίος πόνος (διάρκειας δευτερολέπτου) δεν είναι ποτέ καρδιολογικός και δεν οφείλεται σε καμία άλλη οργανική νόσο. Κάθε πόνος στο στήθος δεν σημαίνει και έμφραγμα. Ένα πολύ μικρό ποσοστό ανθρώπων με πόνο στο στήθος έχει τελικά έμφραγμα. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι οι άνθρωποι δίνουν πολύ μεγάλη βαρύτητα και δείχνουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στο διαδίκτυο για τα συμπτώματα του εμφράγματος. Αυτό όμως που ενδιαφέρει περισσότερο έναν κλινικό καρδιολόγο δεν είναι πώς πονάει κάποιος, αλλά ποιος πονάει. Στην αξιολόγηση του θωρακικού άλγους είναι πολύ σημαντικός ο υπολογισμός του καρδιαγγειακού κινδύνου (όπως έχει ήδη αναφερθεί). Έτσι σε μια νέα γυναίκα χωρίς παράγοντες κινδύνου που αναφέρει θωρακικό άλγος θα σκεφτώ άλλα πράγματα πρώτα και όχι το έμφραγμα. Αντίθετα, σε έναν άντρα, μεσήλικα, καπνιστή με υπέρταση, διαβήτη και δυσλιπιδαιμία θα έχω σαν υποψία το έμφραγμα, ακόμη και αν μου περιγράφει τελείως άτυπα τον πόνο. Το ίδιο ισχύει και για τα μικρά παιδιά, στα οποία συνήθως οι πόνοι στο στήθος είναι καλοήθεις, αλλά οι γονείς ανησυχούν (μήπως έχουν έμφραγμα;)! 

Γενικώς, το έμφραγμα δεν είναι μια πάθηση που μπορεί να την πάθει ο οποιοσδήποτε. Το παθαίνουν άνθρωποι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που ονομάζονται παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, διαβήτης, υπέρταση, χοληστερίνη, ηλικία, φύλο). Όταν απουσιάζουν, είναι εξαιρετικά απίθανο να υπάρχει έμφραγμα (κι ας υπάρχει πόνος στο στήθος).


“Σιγά ρε γιατρέ μην πέρασα έμφραγμα! Και πώς δεν το κατάλαβα;”

Το έμφραγμα σημαίνει απόφραξη μιας στεφανιαίας αρτηρίας και νέκρωση του τμήματος της καρδιάς που ποτιζόταν απ’ αυτήν. Στη πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτό συμβαίνει με θορυβώδη κλινική εικόνα όπου κυριαρχεί ο πόνος στο στήθος. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που μπορεί να συμβεί έμφραγμα, χωρίς ο ασθενής να καταλάβει τίποτα. Αυτό γίνεται είτε γιατί ο ασθενής υποτιμάει τον πόνο ή τον αποδίδει σε άλλα αίτια, είτε γιατί δεν αισθάνεται τον πόνο (όπως συμβαίνει σε ασθενείς με μακροχρόνιο σακχαρώδη διαβήτη που έχουν αναπτύξει μια επιπλοκή που ονομάζεται “αυτόνομη νευροπάθεια”), είτε γιατί η απόφραξη συνέβη σιγά-σιγά και τα στεφανιαία αγγεία προσαρμόστηκαν γεννώντας παρακαμπτήρια δίκτυα (“παράπλευρη κυκλοφορία”). Το ακούμε κάποιες φορές σε ανθρώπους που μετά από στεφανιογραφία “καυχιούνται” ότι ο οργανισμός τους έκανε μόνος του by-pass.


“Γιατρέ, λέω να κάνω μια στεφανιογραφία, έτσι… προληπτικά!”

Η στεφανιογραφία (ή στεφανιαία αγγειογραφία) είναι μια διαγνωστική εξέταση με την οποία απεικονίζεται το δίκτυο των στεφανιαίων αρτηριών και εντοπίζονται οι στενώσεις. Είναι η καλύτερη εξέταση που διαθέτει η ιατρική για το σκοπό αυτό, αλλά δυστυχώς είναι επεμβατική. Δηλαδή για να πάρουμε την πληροφορία που θέλουμε, εισερχόμαστε με ειδικά σωληνάκια (που λέγονται καθετήρες) μέσα στην καρδιά. Συνεπώς, δεν στερείται επιπλοκών, που αν και χαμηλές σε ποσοστά (της τάξης του 1%) μπορεί να αποβούν και επικίνδυνες για τον ασθενή. Αν δεν υπήρχε αυτό το πρόβλημα, τότε σε όλους τους ασθενείς ανεξαιρέτως θα διενεργούσαμε στεφανιογραφία. Όμως, η πιθανότητα επιπλοκών, επιβάλλει την ορθολογική χρήση της, θα πρέπει δηλαδή να γίνεται με συγκεκριμένες ενδείξεις. Σε γενικές γραμμές θα πρέπει τα οφέλη να αντισταθμίζουν τον κίνδυνο (η πιθανότητα δηλαδή να έχει βουλωμένες αρτηρίες ο ασθενής να είναι υψηλή). 

Σήμερα, υπάρχει και η λύση της αξονικής στεφανιογραφίας (αναίμακτη στεφανιογραφία) με την οποία απεικονίζεται το στεφανιαίο δίκτυο χωρίς να μπαίνουμε με καλώδια μέσα στην καρδιά, αλλά με τη χρήση ειδικού αξονικού τομογράφου. Αν και σχετικά ακριβή εξέταση (καθώς δεν καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία), λιγότερο ακριβής στον υπολογισμό του ποσοστού μιας στένωσης και δεν παρέχει τη δυνατότητα διόρθωσης με αγγειοπλαστική σε περίπτωση ύπαρξης στένωσης, είναι μια καλή εναλλακτική λύση, καθώς είναι ασφαλέστερη από την κλασική στεφανιογραφία (κίνδυνος νεφροτοξικότητας μόνο από τη χορήγηση σκιαγραφικού).


“Θα πάω στον (τάδε) καρδιολόγο γιατί κάνει αναίμακτη στεφανιογραφία”

Η αναίμακτη στεφανιογραφία όπως προαναφέραμε, είναι ένα είδος αξονικής τομογραφίας. Συνεπώς διενεργείται κυρίως από εξειδικευμένους ακτινολόγους και λιγότερο συχνά από εξειδικευμένους καρδιολόγους, πάντα όμως με τη χρήση του αξονικού τομογράφου. Η παρανόηση έχει να κάνει με το εξής: στην κλασική στεφανιογραφία, υπάρχουν διάφορες “οδοί προσπέλασης” για να φτάσουμε στην καρδιά, είτε μέσω της μηριαίας αρτηρίας (από το πόδι) είτε μέσω της κερκιδικής αρτηρίας (από το χέρι). Αρχικά, η προσπέλαση γινόταν μόνο από τη μηριαία αρτηρία, η οποία είναι ευχερέστερη, αλλά απαιτεί πολύωρη ακινητοποίηση του ασθενούς μετά το τέλος της εξέτασης. Τα τελευταία χρόνια, η προσπέλαση γίνεται ολοένα και περισσότερο από την κερκιδική αρτηρία (από το χέρι), κατά την οποία δεν απαιτείται ακινητοποίηση του ασθενούς. Αυτή η μέθοδος “επικοινωνήθηκε” ως “αναίμακτη”, οδηγώντας στην προαναφερόμενη παρανόηση. Ωστόσο, αποτελεί το ίδιο αιματηρή εξέταση με τη στεφανιογραφία από τη μηριαία αρτηρία (από το πόδι).


“Γιατρέ, θα κάνω στεφανιογραφία, αλλά δεν θα κάνω μπαλονάκι ή by-pass, ό,τι κι αν δείξει”

Ο συγκεκριμένος ασθενής επιθυμεί να αναλάβει τον κίνδυνο, χωρίς όμως να επιθυμεί το προσδοκώμενο όφελος! Ο γιατρός που συναινεί σ’ αυτήν την πρακτική ασκεί κακή ιατρική, καθώς είναι πιθανόν να βλάψει τον ασθενή του χωρίς να τον ωφελήσει! Οι ιατρικές εξετάσεις διενεργούνται για να μας κατευθύνουν στη θεραπεία και όχι για να ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας!


“Γιατί γιατρέ να κάνω test κοπώσεως; Ξέρεις πόσα χιλιόμετρα περπατάω στο κυνήγι;”

Η δοκιμασία κοπώσεως (test κόπωσης) είναι μια αναίμακτη μέθοδος με την οποία ελέγχουμε αν η καρδιά ποτίζεται σωστά στην κόπωση (μέσω παρατήρησης του ηλεκτροκαρδιογραφήματος) και όχι πόσο αντέχει κάποιος στο περπάτημα. Αυτό που ενδιαφέρει δηλαδή είναι τι δείχνει το καρδιογράφημα την ώρα που κουράζεσαι και όχι πόση ώρα άντεξες. Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι που καθώς ολοκληρώνεται το test κοπώσεως λένε “γιατρέ δώσε κι άλλο, αντέχω” αλλά το καρδιογράφημά τους δείχνει ισχαιμία (κακό δηλαδή πότισμα της καρδιάς), οπότε μετά από διενέργεια στεφανιογραφίας καταλήγουν με μπαλονάκι ή by-pass. Αντιθέτως, μπορεί κάποιος να έχει κάκιστη φυσική κατάσταση, αλλά το test κοπώσεως να είναι φυσιολογικό (η καρδιά του δηλαδή να ποτίζεται φυσιολογικά). Εξάλλου, αν στην καρδιολογία μας ενδιέφερε πόσο αντέχει κανείς στην κόπωση δεν θα διενεργούσαμε test κοπώσεως αλλά απλώς θα ρωτούσαμε τον ασθενή πόσο αντέχει (και ενδεχομένως θα ζητούσαμε να μας το επιβεβαιώσει κι ένας… μάρτυρας).


“Γιατρέ, δεν ξέρω αν θα το βγάλω το test κοπώσεως”

Σε συνέχεια των προηγούμενων, στόχος του test κοπώσεως είναι να φτάσει ο ασθενής σε συνθήκες κόπωσης (να κουραστεί δηλαδή) ώστε να μπορέσουμε να δούμε τι δείχνει το καρδιογράφημα εκείνη τη στιγμή. Δεν είναι να κάνει επιδόσεις. Θα λέγαμε ότι “βγάζουμε” το test κοπώσεως αν ζητούσαμε από τον εξεταζόμενο για παράδειγμα “να τρέξει 1000 μέτρα σε 3 λεπτά” ώστε αν τα καταφέρει να τον πάρουμε στην επόμενη Ολυμπιακή ομάδα! Συνεπώς, το test κοπώσεως ολοκληρώνεται όταν ο εξεταζόμενος κουραστεί! Συμβαίνει λοιπόν το εξής: οι άνθρωποι που κουράζονται (και άρα δεν έχουν τόσο καλή φυσική κατάσταση) είναι αυτοί που “βγάζουν” το test κοπώσεως! Αντίθετα, ένας αθλητής μπορεί και να μην κουραστεί ποτέ (και συνεπώς να μην “βγάλει” το test κοπώσεως). Το test κοπώσεως χαρακτηρίζεται ως θετικό (όταν ο εξεταζόμενος έχει πρόβλημα) ή ως αρνητικό (όταν ο εξεταζόμενος δεν έχει πρόβλημα) και όχι ως “βγαλμένο” ή “μη βγαλμένο”! Είμαι σίγουρος ότι από εδώ και πέρα όταν κάποιος φίλος σας καυχηθεί ότι “έβγαλε το test κοπώσεως” θα τον κοιτάξετε με… μισό μάτι!


“Όλοι μου λένε να κάνω by-pass, αλλά εγώ βρήκα κάποιον να μου κάνει μπαλονάκι και γλίτωσα το χειρουργείο”

Το by-pass (αορτοστεφανιαία παράκαμψη) και το μπαλονάκι (διαδερμική στεφανιαία επαναιμάτωση) είναι δυο μέθοδοι επαναιμάτωσης, αποκατάστασης δηλαδή της αιματικής ροής (του ποτίσματος) της καρδιάς. Η πρώτη διενεργείται από καρδιοχειρουργούς και η δεύτερη από επεμβατικούς καρδιολόγους. Η πρώτη είναι χειρουργική μέθοδος κατά την οποία μετά από γενική αναισθησία ο χειρουργός εισέρχεται μέσα στην καρδιά (είτε με κλασική στερνοτομή, είτε με μικρότερες τομές ή ακόμη και με μικρές τρύπες) και “ξαναποτίζει” την καρδιά παρακάμπτοντας τις στενώσεις με αρτηριακά ή φλεβικά μοσχεύματα (σωληνάκια). Η δεύτερη είναι μια επεμβατική (αλλά όχι χειρουργική) μέθοδος κατά την οποία ο επεμβατικός καρδιολόγος μετά από τοπική αναισθησία, “ξεβουλώνει” την πάσχουσα αρτηρία βάζοντας σύρματα, μπαλόνια και stents μέσα στην αρτηρία. 

Το μπαλονάκι είναι σίγουρα μια πιο απλή, λιγότερο επώδυνη και με γρήγορη ανάρρωση διαδικασία, αλλά αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί δεν έχουν καταργηθεί τα χειρουργεία; Δηλαδή όλοι αυτοί που κάνουν by-pass είναι “χαζοί” ή δεν βρήκαν γιατρό να τους κάνει μπαλονάκι; Στην πραγματικότητα και οι δύο μέθοδοι έχουν συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις. Θεωρητικά, όλες οι στενώσεις των στεφανιαίων αρτηριών ανοίγουν και με τις δύο μεθόδους. Η επιλογή όμως γίνεται με βάση τον κίνδυνο και το μακροχρόνιο αποτέλεσμα για τον κάθε ασθενή. Έτσι, πχ μπορεί να είναι επικίνδυνο να κάνει κανείς μπαλονάκι σε κάποιες συγκεκριμένες στενώσεις (όπως είναι η στένωση στο στέλεχος της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας) και μπορεί να ξαναβουλώσει πολύ σύντομα (ίσως και μέσα σε 6 μήνες) το μπαλονάκι (σε στενώσεις 3 αρτηριών σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή/και καρδιακή ανεπάρκεια). Για όλους αυτούς τους λόγους, η επιλογή της μεθόδου επαναιμάτωσης θα πρέπει να γίνεται με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια με γνώμονα την ασφάλεια και τη διατήρηση μακροχρόνιου αποτελέσματος. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν θα πρέπει να επαφίεται στην προτίμηση του ασθενούς. 


“Έπαθα έμφραγμα/έκανα μπαλονάκι/έκανα by-pass! Ξόφλησα! Άσε που δεν μπορώ να απολαύσω τίποτα πλέον αφού ο γιατρός μου τα έκοψε όλα!”

Η πρόγνωση για τους ασθενείς με στεφανιαία νόσο δεν είναι ενιαία. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Για παράδειγμα είναι διαφορετικό να έχει περάσει κάποιος ένα μεγάλο σε έκταση έμφραγμα που έχει αφήσει καρδιακή ανεπάρκεια, από το να έχει υποστεί ένα μικρό έμφραγμα με καλή επούλωση της καρδιάς. Ή ο ασθενής που έχει κάνει ένα επιτυχές by-pass πριν να υποστεί έμφραγμα (πριν βουλώσει δηλαδή η αρτηρία, μετά από π.χ. μια θετική δοκιμασία κόπωσης) έχει τελείως διαφορετική πρόγνωση σε σύγκριση με τον ασθενή που έκανε by-pass μετά από έμφραγμα που του άφησε καρδιακή ανεπάρκεια και ο καρδιοχειρουργός κατάφερε να παρακάμψει μόνο μία από τις τρεις στεφανιαίες αρτηρίες που είχε βουλωμένες. Γενικώς, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που καθορίζουν την πρόγνωση και άρα διαφορετικές οδηγίες και θεραπείες που δίνονται στους ασθενείς. Γι’ αυτό και είναι λάθος όλοι οι ασθενείς να εξομοιώνονται ή και μερικές φορές να συγκρίνονται μεταξύ τους. 

Από την άλλη μεριά, η εμφάνιση κατάθλιψης είναι πολύ συχνή (και ως ένα βαθμό αναμενόμενη) σ’ αυτούς τους ασθενείς. Οι παράγοντες που συμβάλλουν είναι πολλοί: ο κίνδυνος που αντιμετώπισαν, το αίσθημα ότι είναι ευάλωτοι, ο φόβος για πιθανή αναπηρία, η αλλαγή συνηθειών που θα τους ζητήσει ο γιατρός, οι επιδόσεις τους στο sex, η αλλαγή του τρόπου ζωής κλπ. Πάντως, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αυτό που ζητάει ο γιατρός δεν είναι τίποτα περισσότερο από την υιοθέτηση φυσιολογικού τρόπου ζωής με προσεγμένη διατροφή και εξατομικευμένα προγράμματα φυσικής δραστηριότητας. Το γεγονός ότι οι ασθενείς είχαν συνηθίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα μη φυσιολογικό τρόπο ζωής (κάπνισμα, κακή διατροφή, έλλειψη άσκησης) τους δίνει την ψευδαίσθηση ότι η επιστροφή στην κανονικότητα συνιστά και μια ζωή με στερήσεις. Όπως συχνά αναφέρω στους ασθενείς μου, δεν είμαστε “φτιαγμένοι” σαν θηλαστικά για να καπνίζουμε, να καταναλώνουμε υπερβολικές ποσότητες τροφής και να μην έχουμε δραστηριότητα – η εξέλιξη του είδους δεν έχει ακολουθήσει αυτή τη… μόδα (η οποία είναι φαινόμενο των τελευταίων 50-60 ετών). Αντιθέτως, έχουμε μείνει εξελικτικά στην εποχή του homo sapiens κατά την οποία η εξασφάλιση τροφής και η προστασία από τους κινδύνους απαιτεί μεγάλη κατανάλωση ενέργειας. Τη δυσαρμονία αυτή “πληρώνουμε” σαν ανθρωπότητα με το τίμημα των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Διαβάστε το 7ο μέρος:
Μύθοι και Πραγματικότητες:
ΒΑΛΒΙΔΟΠΑΘΕΙΕΣ – ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΠΑΘΕΙΕΣ

Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 5ο: ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ (B)

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Ολοκληρώνοντας την ενότητα της καρδιαγγειακής πρόληψης θα αναφερθώ στις ατάκες των ασθενών που αφορούν την αρτηριακή υπέρταση. Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Εμένα είναι ανεβασμένη η πίεση της καρδιάς και γι’ αυτό κινδυνεύω περισσότερο από έμφραγμα”

Καθώς η καρδιά προωθεί το αίμα μέσα στις αρτηρίες δημιουργούνται δύο πιέσεις μέσα σ’ αυτές: η συστολική (ή μεγάλη πίεση) όταν η καρδιά συστέλλεται (σπρώχνει αίμα μέσα στις αρτηρίες) και η διαστολική (ή μικρή πίεση) όταν η καρδιά διαστέλλεται (γεμίζει με αίμα). Όπως γίνεται κατανοητό, προκύπτουν 3 είδη υπέρτασης: η συστολική υπέρταση (όταν είναι αυξημένη μόνο η μεγάλη πίεση), η διαστολική υπέρταση (όταν είναι αυξημένη μόνο η μικρή πίεση) και η μεικτή υπέρταση (όταν είναι αυξημένες και η μεγάλη και η μικρή πίεση). Η διάκριση αυτή δεν έχει καμία διαφορά ως προς τους κινδύνους και την αντιμετώπιση.

Για ένα αδιευκρίνιστο προς εμένα λόγο, η διαστολική πίεση είναι γνωστή στον κόσμο ως η πίεση “της καρδιάς”, λες και η άλλη είναι κάποιου… άλλου οργάνου! Η μόνη διαφορά είναι ότι η διαστολική υπέρταση είναι συχνότερη σε νέους ασθενείς, ενώ η συστολική υπέρταση είναι χαρακτηριστικό των πιο ηλικιωμένων ασθενών


“Για την ηλικία μου, μια χαρά είναι το 150-160mmHg”

Οι “ιδανικές” τιμές της πίεσης είναι έως 120mmHg για τη συστολική (μεγάλη πίεση) και έως 80mmHg για τη διαστολική (μικρή πίεση). Ως φυσιολογικές θεωρούνται επίσης τιμές από120 έως 129mmHg για τη συστολική και από 80 έως 84mmHg για τη διαστολική. Τιμές από 130 έως 139mmHg για τη συστολική και από 85 έως 89mmHg για τη διαστολική θεωρούνται ως “ανώτερες φυσιολογικές”. Όταν η μεγάλη πίεση είναι από 140 έως 159mmHg και/ή η μικρή πίεση είναι από 90 έως 99mmHg, αυτό είναι πρώτου σταδίου υπέρταση, όταν η μεγάλη πίεση είναι από 160 έως 179mmHg και/ή η μικρή πίεση είναι από 100 έως 109mmHg, αυτό είναι δευτέρου σταδίου υπέρταση και όταν η μεγάλη πίεση είναι μεγαλύτερη από 180mmHg και/ή η μικρή πίεση είναι μεγαλύτερη από 110mmHg, αυτό είναι τρίτου σταδίου υπέρταση.

Οι τιμές αυτές ισχύουν για όλες ανεξαιρέτως τις ηλικίες! Και μάλιστα, όσο πιο μεγάλος είναι κανείς, τόσο πιο αυστηρά πρέπει να ρυθμίζει την πίεσή του. Ένας νέος με υπέρταση, είναι απίθανο να έχει αναπτύξει επιπλοκές (αθηροσκλήρωση) και άρα έχει όλο το χρόνο να αντιμετωπίσει την υπέρτασή του. Αντίθετα, ένας ηλικιωμένος, επειδή είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχει ήδη επιπλοκές, θα πρέπει να ρυθμιστεί άμεσα, καθώς το… εγκεφαλικό είναι προ των πυλών, με προσοχή βέβαια στην υπόταση η οποία είναι καταστροφική σε αυτές τις ηλικίες. Αυτή η νοοτροπία, έχει επικρατήσει δυστυχώς εδώ και πολλές δεκαετίες και είναι μία από τις αιτίες αυξημένης επίπτωσης επιπλοκών της υπέρτασης.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε ορισμένες κατηγορίες ασθενών (κυρίως σε αυτούς που γίνεται η λεγόμενη δευτερογενής πρόληψη, δηλαδή έχουν πάθει έμφραγμα, εγκεφαλικό, έχουν νεφρική ανεπάρκεια, περιφερική αρτηριοπάθεια ή έχουν σακχαρώδη διαβήτη) οι επιθυμητές τιμές της πίεσης είναι χαμηλότερες από αυτές του γενικού πληθυσμού και προσεγγίζουν τις τιμές της “ιδανικής πίεσης” όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω.


“Εμένα ο γιατρός μου, μου έδωσε ένα φάρμακο και μου είπε να το παίρνω μόνο όταν έχω πίεση”

Αμέσως μόλις ακούσω αυτήν την… ατάκα, ρωτάω τον ασθενή:

  • Και πώς ξέρεις πότε ανεβαίνει η πίεσή σου
  • Μετράω!
  • Πόσο συχνά;
  • Πρωί και βράδυ!
  • Γιατί ενδιάμεσα δεν μπορεί να ανέβει η πίεσή σου; Αν ήταν σωστή αυτή η οδηγία, το πιεσόμετρο δεν θα έπρεπε να βγαίνει από το χέρι σου μέρα-νύχτα. Θα έπρεπε να μετράς συνέχεια (και στον ύπνο) και να είσαι έτοιμος να δράσεις. Και αν πάρεις χάπι και δεν πέσει μέχρι πόσα μπορείς να πάρεις την ημέρα; 5, 10, 100; Ο δε γιατρός που σου δίνει αυτήν την οδηγία, για να είναι πιστευτός (αφού κατά την άποψή του υπάρχει κίνδυνος από την αύξηση της πίεσης) θα έπρεπε την ίδια στιγμή που σου δίνει αυτή την οδηγία να μετράει ο ίδιος την πίεσή του.

“Εγώ καταλαβαίνω πότε ανεβαίνει η πίεσή μου! Κοκκινίζω, πονάει το κεφάλι μου και ζαλίζομαι”

Η υπέρταση γενικά είναι ασυμπτωματική νόσος. Κανένας δηλαδή δεν “αισθάνεται” την πίεσή του. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει σ’ αυτούς τους ασθενείς, είναι ακριβώς το αντίθετο: όταν αισθάνονται όλα αυτά τα συμπτώματα (επειδή έχουν άγχος, επειδή είναι γυναίκες σε κλιμακτήριο κλπ) είναι φυσιολογικό η πίεση να ανεβαίνει, καθώς ο οργανισμός ζορίζεται και όπως εξηγήσαμε παραπάνω, σε κάθε ζόρισμα η πίεση οφείλει να ανέβει. Είναι σαν να ισχυρίζεται κάποιος ότι για τη φωτιά που πήρε ένα σπίτι φταίει ο… συναγερμός που χτυπάει!


“Γιατρέ, πήρα το καινούργιο i-phone που μετράει και πίεση”

Η μέτρηση της πίεσης γίνεται μόνο με πιστοποιημένα πιεσόμετρα μέτρησης της βραχιονίου αρτηρίας – τοποθετούνται δηλαδή στο βραχίονα. Όλα τα υπόλοιπα (καρπού, εφαρμογές κινητών) θεωρούνται αναξιόπιστα. Επίσης, δεν έχει καμία σημασία αν το πιεσόμετρο “μιλάει”, εντοπίζει αρρυθμίες ή… ψήνει καφέδες! Το μόνο που μας νοιάζει είναι να μετράει την πίεση στη βραχιόνιο αρτηρία. Μάλιστα, το μέγεθος της περιχειρίδας θα πρέπει να είναι ανάλογο της περιμέτρου του βραχίονα του ασθενούς, γι’ αυτό καλό θα ήταν οι παχύσαρκοι να χρησιμοποιούν μεγαλύτερες περιχειρίδες. 

Η δε μέτρηση της πίεσης αποτελεί μια διαδικασία για την οποία απαιτείται εκπαίδευση του ασθενούς (ακόμη και για τα ηλεκτρονικά πιεσόμετρα, πόσο μάλλον περισσότερο για τα χειροκίνητα). Η στάση και η θέση του σώματος, η τοποθέτηση της περιχειρίδας στο βραχίονα, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος, η αναμονή για 1-2 λεπτά πριν τη μέτρηση, είναι κλασικά πεδία σφαλμάτων.


“Γιατρέ, εγώ μετράω 3 φορές την πίεσή μου και υπολογίζω το μέσο όρο”

Όλες αυτές οι “τεχνικές” μέτρησης (οι οποίες είναι όσες και οι… γιατροί) έχουν ένα και μόνο σκοπό. Να μετρηθεί η πίεση ηρεμίας. Πολλές φορές οι ασθενείς μου λένε: “γιατρέ, έχω χαλασμένο πιεσόμετρο – μετράω 3 φορές και μου δείχνει 3 διαφορετικές μετρήσεις”. Αφού τους εξηγήσω ότι αυτό είναι φυσιολογικό, καθώς η πίεση αλλάζει από παλμό σε παλμό τους ρωτάω: “παρατήρησες ότι όσο μετράς, τόσο πέφτει; Δηλαδή η τρίτη μέτρηση είναι χαμηλότερη από τη δεύτερη και αυτή χαμηλότερη από την πρώτη;” Σχεδόν όλοι μου απαντούν καταφατικά. Αυτό συμβαίνει γιατί στην τρίτη μέτρηση ο ασθενής είναι πιο ήρεμος από την πρώτη, αφού είναι καθιστός για περισσότερα λεπτά. Γενικώς προτείνω είτε μία μέτρηση (αφού προηγηθεί αναμονή 2-3 λεπτών) ή τρεις μετρήσεις και κρατάμε μόνο την τρίτη.


“Γιατρέ, από τότε που ξεκίνησα τα φάρμακα της πίεσης πριν 10 χρόνια, μετράω κάθε πρωί την πίεσή μου και την γράφω”

Εφόσον είναι κάποιος ρυθμισμένος, δεν έχει νόημα η καθημερινή μέτρηση, καθώς το επίπεδο της ρύθμισης δεν μεταβάλλεται τόσο άμεσα. Η καθημερινή μέτρηση γίνεται το πολύ για 1 εβδομάδα όταν το ζητήσει ο γιατρός κατά την αρχική διαδικασία της ρύθμισης. Από τη στιγμή που κάποιος είναι ρυθμισμένος, αρκεί η ανά 15-20 ημέρες μέτρηση.


“ Γιατρέ, δεν μπορώ να ρυθμίσω την πίεσή μου. Είναι μια ψηλά, μια χαμηλά. Τα φάρμακα τα παίρνω μόνο όταν έχω πίεση”

Ακριβώς αυτή είναι η αιτία που η πίεσή σου έχει γίνει ασανσέρ. Το ότι δεν παίρνεις σταθερά την αγωγή. Η σωστή ρύθμιση της υπέρτασης μοιάζει με την ισορροπία μιας ζυγαριάς. Αφού ο ασθενής μας φέρει σειρά αυτομετρήσεων της πίεσής του, ξεκινάμε φαρμακευτική αγωγή τέτοιας ισχύος, ώστε μετά την πάροδο 2-3 εβδομάδων (τόσο χρόνο χρειάζονται τα φάρμακα για να δημιουργήσουν φαρμακευτικά επίπεδα στον οργανισμό και να δώσουν το μέγιστο της δράσης τους) η πίεσή του να ισορροπήσει σε νέα, φυσιολογικά επίπεδα (σαν ζυγαριά). Αν δώσουμε οδηγία στον ασθενή να μεταβάλλει τη δοσολογία των φαρμάκων του όποτε αυτός νομίζει, αυτό που θα επιτύχει είναι η ζυγαριά να μετατραπεί σε… τραμπάλα και συνεπώς να βλέπει τεράστιες αυξομειώσεις της πίεσής του. 


“Φυσικά και είμαι ρυθμισμένος γιατρέ! Αφού παίρνω φάρμακο για την πίεση!”

Το ότι λαμβάνει κάποιος αντιϋπερτασική αγωγή δεν σημαίνει ότι είναι και ρυθμισμένος. Αν σκεφτούμε το παράδειγμα της ζυγαριάς, αν έχω… 100 κιλά πίεση και παίρνω… 50 κιλά φάρμακο, τότε σίγουρα θα έχω καλύτερη πίεση από το αν δεν έπαιρνα, αλλά ρυθμισμένος δεν είμαι!


“Εγώ παίρνω το ίδιο φάρμακο για την πίεση εδώ και 30 χρόνια! Ο γιατρός μου είπε να μην το κόψω ποτέ”

Ο γιατρός εννοούσε να μην διακόψεις την αντιϋπερτασική αγωγή, όχι να μην την αλλάξεις αν χρειαστεί. Στο άκουσμα αυτής της φράσης είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο ασθενής δεν ήταν το ίδιο καλά ρυθμισμένος όλα αυτά τα 30 χρόνια. Κι αυτό γιατί γενικά η υπέρταση είναι ένα εξελισσόμενο και… μεταβαλλόμενο νόσημα. Η ισορροπία που αποζητούμε με την αγωγή δεν είναι δεδομένη. Μπορεί να μεταβληθεί το επίπεδο της υπέρτασης για… χίλιους λόγους, με συχνότερους την αυξομείωση του σωματικού βάρους και τις εποχικές μεταβολές (σε απώλεια βάρους και κατά τους θερινούς μήνες η πίεση μειώνεται και συνήθως απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας των φαρμάκων). Γι’ αυτό ο υπερτασικός είναι… καταδικασμένος να παρακολουθεί συνεχώς την πίεσή του, καθώς η ρύθμιση είναι μια διαρκής διαδικασία. Αυτό που προτείνω στους ασθενείς μου (όταν είναι ρυθμισμένοι) είναι να κάνουν μία μέτρηση πρωινή κάθε 15-20 ημέρες. Σε περίπτωση που διαπιστώσουν ότι οι τιμές δεν είναι καλές (είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω) τότε κάνουν καθημερινές μετρήσεις για 5 ημέρες και συμβουλεύονται τον γιατρό τους.


“Γιατρέ, πολύ ωραία με ρύθμισε αυτό το χάπι! Τι, θα το παίρνω για μια ζωή;”

Η υπέρταση είναι χρόνιο νόσημα και για τη ρύθμισή του απαιτείται δια βίου αγωγή! Δεν θεραπεύεται με ένα ή δύο μήνες θεραπεία!


“Φεύγω! Στις 8 ακριβώς έχω να πάρω το χάπι της πίεσης”

Τα αντιυπερτασικά φάρμακα έχουν αθροιστική δράση. Δηλαδή για αρχίσουν να λειτουργούν πρέπει να κάνουν “επίπεδα” στο αίμα, αφού ληφθούν συνεχώς για 1 έως 2 εβδομάδες. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι μόλις τα ξεκινήσουμε αρχίζουμε να βλέπουμε αποτέλεσμα μετά από 1 με 2 εβδομάδες. Αντιστρόφως κατά τη διακοπή τους, η πίεση ανεβαίνει μετά από μερικές ημέρες (αφού “φύγουν” από τον οργανισμό). Άρα, η καθημερινή λήψη, έχει σαν σκοπό να συντηρεί αυτά τα “επίπεδα” του φαρμάκου και συνεπώς ουδεμία σχέση έχει με την ώρα λήψης τους. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι αν συνηθίσαμε να τα παίρνουμε στις 8:00 και καθυστερήσουμε, τότε στις 8:30 θα γίνει κάποια… έκρηξη! Εξάλλου, σήμερα κυκλοφορούν έτοιμοι διπλοί και τριπλοί συνδυασμοί αντιυπερτασικών φαρμάκων – με ένα χάπι το οποίο το παίρνουμε μία φορά, λαμβάνουμε δύο ή και τρία φάρμακα που παλιότερα τα λάμβαναν οι ασθενείς σε 2 ή και 3 διαφορετικές χρονικές στιγμές της ημέρας.


“Γιατρέ, τώρα που μπήκε το καλοκαίρι να μειώσω τα φάρμακα;”

Η μείωση γίνεται αφού μετρήσω τις πιέσεις μου για 5 ημέρες και συμβουλευτώ τον γιατρό μου. Η μείωση της πίεσης τους θερινούς μήνες ενώ είναι πολύ συχνό φαινόμενο δεν ισχύει για όλους και δεν συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή σε όλους. Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Γι’ αυτό η μείωση των φαρμάκων γίνεται εξατομικευμένα και δεν προσδιορίζεται ημερολογιακά.


“Το ξέρω γιατρέ ότι το αλάτι πειράζει. Το έκοψα τελείως! Τι, φέτα; Ε, λίγο τρώω!”

Όταν λέμε στους υπερτασικούς να αποφεύγουν το αλάτι, εννοούμε και τα αλμυρά. Το αλάτι είναι δύσκολα διαχειρίσιμο στους υπερτασικούς, σε οποιαδήποτε μορφή του (τυριά, αλίπαστα, αλατισμένοι ξηροί καρποί, αλλαντικά, κονσερβοποιημένα τρόφιμα κλπ). 


“Γιατρέ, η γυναίκα μου έχει 90 πίεση. Της έδωσα μια πορτοκαλάδα και κάτι αλμυρό να φάει.”

Η χαμηλή πίεση είναι φυσιολογική σε νεαρά άτομα και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Η υπόταση είναι μη φυσιολογική είτε όταν προκαλείται από φάρμακα (έναρξη αντιυπερτασικής αγωγής σε μη υπερτασικό), είτε όταν είναι μέρος μιας οξείας κατάστασης (αιμορραγία, αφυδάτωση, σηπτικό shock) και τότε διορθώνεται με διόρθωση του αιτίου. Εξάλλου, δεν υπάρχει φάρμακο που να… ανεβάζει την πίεση. Ο δε συνδυασμός αλμυρού με πορτοκαλάδα μάλλον… εμετικός είναι και μπορεί να επιδεινώσει μια υπόταση σε ασθενή που ήδη κάνει εμέτους (π.χ. γαστρεντερίτιδα).


“Γιατρέ, είχα ψηλή πίεση και έστυψα 1 λεμόνι και ήπια”

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η πίεση έχει πέσει μόνη της επειδή ο ασθενής ηρέμησε. Από τους πιο… αρχαίους μύθους της Καρδιολογίας. Κατ’ αρχήν δείχνει ότι ο ασθενής δεν κατανοεί τι είναι υπέρταση και ποιοι είναι οι κίνδυνοι (δεν κινδυνεύουμε από τη στιγμιαία αύξηση της πίεσης). Ακόμη όμως και αν δεχόμασταν ότι το λεμόνι έχει αντιυπερτασικές δράσεις, τότε για να ρυθμιστεί σωστά ένας υπερτασικός και να είναι καλυμμένος όλο το 24ωρο, θα έπρεπε να καταναλώνει απεριόριστα λεμόνια μέρα νύχτα!

Διαβάστε το 6ο μέρος:
Μύθοι και Πραγματικότητες: ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟΣ

Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 5ο: ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ (Α)

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Ολοκληρώνοντας την ενότητα της καρδιαγγειακής πρόληψης θα αναφερθώ στις ατάκες των ασθενών που αφορούν την αρτηριακή υπέρταση. Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Γιατρέ, ανεβάζω πίεση!”

Και πάλι, για να γίνει κατανοητή η “ασθένεια”, η υπέρταση, θα πρέπει να προηγηθεί η κατανόηση της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού. Όλοι οι άνθρωποι ανεβάζουμε πίεση! Ανεξαιρέτως! Γιατί; Διότι η πίεση του αίματος εκφράζει κάθε στιγμή τη δύναμη με την οποία η καρδιά (ως αντλία) στέλνει το αίμα μέσα στις αρτηρίες (σωλήνες ποτίσματος), ώστε να ποτιστούν σωστά τα όργανα και οι ιστοί (κήπος). Εύλογο είναι ότι ο δραστήριος άνθρωπος που περπατάει, δουλεύει, αγχώνεται, στενοχωριέται, μιλάει, γελάει κλπ, θα μεταβάλλει συνεχώς την πίεσή του ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες του και συνεπώς θα υπάρχουν συνεχώς αυξομειώσεις. Αν είχε τη δυνατότητα κάποιος να δει ένα monitor σε νοσηλευόμενο ασθενή (όπου εκεί η πίεση μετράται συνεχώς, μέσα από την αρτηρία) θα έβλεπε ότι η πίεση είναι μέγεθος που μεταβάλλεται από παλμό σε παλμό. Το φυσιολογικό λοιπόν είναι όλοι μας να μπορούμε να ανεβάσουμε πίεση κάθε φορά που το χρειαζόμαστε (εκτός από τους ασθενείς που είναι σε κώμα και συνεπώς δεν έχουν καμία δραστηριότητα και τους… νεκρούς που πάντα έχουν μηδέν πίεση). Αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα (της αύξησης δηλαδή της πίεσης) τότε σε κάθε προσπάθειά μας να τρέξουμε ή να δουλέψουμε θα χάναμε τις αισθήσεις μας λόγω ανεπαρκούς αιμάτωσης του εγκεφάλου.

Τι είναι τότε υπέρταση; Η υπέρταση είναι ένα χρόνιο νόσημα (χρόνιο σημαίνει ότι το έχει κανείς μέρα-νύχτα, κάθε μέρα – δεν έρχεται το βράδυ κι εξαφανίζεται το πρωί) κατά το οποίο η πίεση δεν μπορεί να πέσει στο φυσιολογικό. Δηλαδή υπερτασικός είναι αυτός που δεν κατεβάζει πίεση, όχι αυτός που ανεβάζει! Τα όρια λοιπόν της πίεσης όπως τα γνωρίζουμε (140mmHg για την μεγάλη και 90mmHg για την μικρή), ισχύουν για συνθήκες απόλυτης ηρεμίας, όχι για στιγμές δραστηριότητας ή έντασης! Είναι ακριβώς σαν το παράδειγμα του διαβήτη: διαβητικός είναι αυτός που έχει υψηλό ζάχαρο νηστικός και όχι αυτός που ανεβάζει ζάχαρο μετά από ένα γεύμα. Κατά όμοιο τρόπο, υπερτασικός είναι αυτός που έχει υψηλή πίεση ήρεμος και όχι αυτός που ανεβάζει πίεση σε συνθήκες stress. 

Δυστυχώς, ενώ την παραπάνω φράση την ακούω πολλές φορές την ημέρα, τη σωστή φράση “γιατρέ, δεν κατεβάζω πίεση” δεν την έχω ακούσει ποτέ!


“Πήγα στο φαρμακείο, μέτρησα την πίεσή μου και ήταν ανεβασμένη”

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η μέτρηση αυτή δεν είναι αξιόπιστη, γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει είναι τι τιμή πίεσης έχει κάποιος σε απόλυτη ηρεμία. Οι συνθήκες ηρεμίας είναι κάτι σχετικό, καθώς πολλοί άνθρωποι μπορεί να δηλώνουν ήρεμοι χωρίς να είναι! Η απόλυτη ηρεμία επικρατεί κατά την περίοδο του ύπνου. Μια καλή λοιπόν χρονική στιγμή μέτρησης της πίεσης που πλησιάζει κατά πολύ τις συνθήκες αυτές είναι η πρώτη πρωινή μέτρηση κατά το ξύπνημα. Προσοχή, όχι απλώς πρωινή, αλλά την ώρα που ξυπνάμε. Αν κάποιος ξυπνήσει π.χ. στις 6:00 το πρωί, αλλά μετρήσει την πίεσή του στις 8:00 (αφού φάει, πιεί, δει τις ειδήσεις και μιλήσει και με την… πεθερά του στο τηλέφωνο) πάλι πρωινή μέτρηση κάνει, αλλά όχι μέτρηση ηρεμίας. Έτσι λοιπόν, συνήθως ζητάμε από τον ασθενή να μας φέρει τιμές μέτρησης της πίεσης κατά την πρωινή έγερση. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις ανθρώπων που για κάποιο λόγο δεν ξυπνάνε ήρεμοι. Ένα δεύτερο στοιχείο (εκτός από την μέτρηση σε ηρεμία) είναι οι μετρήσεις πολλών ημερών, όχι μόνο μίας, ώστε να αποδειχθεί η “χρονιότητα” της νόσου που αν δεν υπάρχει αποκλείεται η υπέρταση.

Οι μετρήσεις λοιπόν στα φαρμακεία, όπως και στα ιατρεία, δεν είναι αξιόπιστες, καθώς δεν αντιπροσωπεύουν την πίεση ηρεμίας. Υπάρχουν δε άνθρωποι που έχουν υψηλή πίεση μόνο όταν βρίσκονται μέσα σε ιατρικό περιβάλλον, ενώ στην ηρεμία του σπιτιού τους η πίεση είναι εντελώς φυσιολογική. Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται στην βιβλιογραφία ως υπέρταση λευκής μπλούζας, το οποίο δεν είναι υπέρταση

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο κύριος λόγος για τον οποίο κάνω μέτρηση της πίεσης των ασθενών μου μέσα στο ιατρείο είναι για να μην πουν ότι δεν τους μέτρησα (καθώς όσο κι αν τους εξηγώ ότι είναι αναξιόπιστη η μέτρηση αυτή, δύσκολα νιώθουν ασφάλεια). Αν τολμήσω όμως από την μέτρηση να εξάγω κάποιο συμπέρασμα, αυτό είναι το εξής: σε περίπτωση που εντός του ιατρείου έχουν “φυσιολογική” πίεση, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δεν είναι υπερτασικοί (καθώς η πίεση που θα έχουν σε απόλυτη ηρεμία θα είναι ακόμη χαμηλότερη). Όταν όμως η πίεσή τους είναι “υψηλή” και επειδή δεν μπορώ να ξέρω αν αυτή αντιστοιχεί σε ηρεμία ή μη, τους ζητάω να κάνουν αυτομετρήσεις για τουλάχιστον 5-7 ημέρες και να με ξανασυμβουλευτούν. 


“Εμένα ο γιατρός μου είπε να μετράω την πίεση πρωί και βράδυ”

Οι βραδινές μετρήσεις δεν έχουν ουσιαστική αξία, παρά μόνο σε ιδιαίτερες περιπτώσεις. Από τη στιγμή που η υπέρταση είναι χρόνιο νόσημα, δεν υπάρχει περίπτωση να εμφανίζεται το βράδυ και να εξαφανίζεται το πρωί. Όταν δηλαδή κάποιος έχει φυσιολογικές τιμές στις πρωινές αυτομετρήσεις, δεν γίνεται να είναι υπερτασικός, ακόμη κι αν η πίεσή του το βράδυ είναι στα ύψη. Το φαινόμενο αυτό είναι συχνό σε αγχώδεις ασθενείς, που όσο έρχεται η νύχτα χάνουν την… ηρεμία τους και διαπιστώνουν υψηλές τιμές πίεσης. Αν ήταν σωστή αυτή η οδηγία, τότε δεν θα ήταν αρκετές 2 μετρήσεις την ημέρα, αλλά… 1000, καθώς η πίεση είναι δυνατόν να αυξηθεί ανά πάσα στιγμή.


“ Έχω πίεση γιατί έχω πολύ άγχος. Ο γιατρός μου είπε ότι έχω νευροπίεση”

Σύμφωνα με τα παραπάνω, “νευροπίεση” έχει κάθε φυσιολογικός ζωντανός οργανισμός! Δηλαδή, κάθε φορά που αγχωνόμαστε ή νευριάζουμε, οφείλουμε να ανεβάσουμε την πίεση, αλλιώς έχουμε σοβαρότατη καρδιοπάθεια (η απώλεια της ικανότητας για αύξηση της πίεσης είναι κακό προγνωστικό σημείο). Η “νευροπίεση” δηλαδή, όπως ορίστηκε στην Ελληνική επικράτεια (καθώς σαν όρος δεν υφίσταται στην παγκόσμια βιβλιογραφία), περιγράφει τη φυσιολογικότητα η οποία εκλαμβάνεται από τους ασθενείς ως παθολογία, φαινόμενο άκρως επικίνδυνο όπως θα αναλύσουμε παρακάτω.


“Φταίει η καρδιά μου που είμαι υπερτασικός. Έτρωγα και πολύ αλάτι!”

Στο 99% των περιπτώσεων η υπέρταση είναι ιδιοπαθής. Ο όρος αυτός είναι πολύ συχνός στην Ιατρική και δηλώνει την έλλειψη σαφούς αιτίας. Η υπέρταση δηλαδή δεν έχει αιτία στο 99% των περιπτώσεων. Είναι εν πολλοίς μια “φυσιολογική” διαδικασία σκλήρυνσης του τοιχώματος των αρτηριών (κάτι σαν το “άσπρισμα” των μαλλιών). Υπάρχουν βέβαια κληρονομικά και περιβαλλοντικά αίτια (παχυσαρκία) που συμβάλλουν, αλλά κατά βάση δεν υπάρχει αιτία. Σε ένα πολύ μικρό ποσοστό υπερτασικών (1%), υπάρχει αιτία και τότε η υπέρταση ονομάζεται δευτεροπαθής. Οι αιτίες μπορεί να είναι ορμονικές, φαρμακευτικές και άλλες. Δεν υπάρχει όμως καμία καρδιολογική πάθηση που να προκαλεί υπέρταση (εκτός από τη στένωση ισθμού αορτής, μια σπάνια συγγενή καρδιοπάθεια). Στη διαδικασία διερεύνησης αυτών των δευτεροπαθών αιτίων υπέρτασης μπαίνουμε όταν έχουμε “ασυνήθιστες” μορφές υπέρτασης (υπέρταση σε πολύ νεαρή ή πολύ μεγάλη ηλικία, επιδείνωση υπέρτασης μετά την έναρξη φαρμακευτικής αγωγής ή ανώμαλη συμπεριφορά της πίεσης). Όσον αφορά το αλάτι, ενώ είναι σημαντικός παράγοντας απορρύθμισης ή δυσκολίας στη ρύθμιση του ήδη υπερτασικού ασθενούς, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η κατανάλωσή του προκαλεί υπέρταση.


“Ο καφές ανεβάζει την πίεση”

Κι ο αθλητισμός ανεβάζει την πίεση, όπως και η… πεθερά μου! Δεν προκαλούν όμως υπέρταση!


“Γιατρέ, γρήγορα πες μου τι να κάνω! Συγχύστηκα με τον σύζυγο και ανέβασα πίεση στο 180!”

Τίποτα απολύτως! Δυστυχώς, έχει καλλιεργηθεί η εντύπωση στον κόσμο ότι είναι αφύσικο να ανεβαίνει η πίεση. Μάλιστα, γνωρίζοντας ότι η υπέρταση (και όχι η πίεση) προκαλεί αγγειακά εγκεφαλικά και εμφράγματα, έχει σχηματιστεί η λανθασμένη εντύπωση ότι ο μηχανισμός πρόκλησής τους είναι παρόμοιος με… μια φούσκα που σκάει – όσο πιο πολύ τη φουσκώσεις, τόσο πιο επικίνδυνο είναι να σκάσει! Αν με κάθε αύξηση της πίεσης παθαίναμε εγκεφαλικό, τότε η ζωή μας θα ήταν πολύ διαφορετικότερη από όσο γνωρίζουμε: ο αθλητισμός και η χειρονακτική εργασία θα ήταν απαγορευμένα, θα απαγορεύαμε στα παιδιά μας να παίξουν και θα τους χαρίζαμε από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους από ένα πιεσόμετρο, θα ρίχναμε κλήρο για το ποιος θα κουβαλήσει τα ψώνια από το super market, το sex θα γινόταν με… πιεσόμετρα και θα διακοπτόπταν όταν κάποιος θα ανέβαζε πίεση και δεν θα τολμούσε κανένας να ζήσει πάνω από 5 λεπτά χωρίς να δει την πίεσή του (ακόμη και τη νύχτα). Άσε που ήδη θα είχαν εφευρεθεί πιεσόμετρα που θα ειδοποιούσαν όταν ανέβαινε η πίεση για να… δράσουμε! 

Αντιθέτως, οι επιπλοκές της υπέρτασης (έμφραγμα και εγκεφαλικό) γίνονται μέσα από την αθηροσκλήρωση, τη μακροχρόνια δηλαδή διαδικασία στένωσης των αρτηριών. Οι αρτηρίες δεν… σκάνε, αλλά βουλώνουν. Αυτό χρειάζεται χρόνια για να συμβεί. Όταν παθαίνει κάποιος εγκεφαλικό από την υπέρταση, δεν το παθαίνει γιατί ανέβασε πίεση εκείνη τη στιγμή, αλλά γιατί είναι 20-30 χρόνια αρρύθμιστος υπερτασικός. Κατά όμοιο τρόπο, παθαίνει έμφραγμα και εγκεφαλικό όχι επειδή κάπνισε σήμερα, αλλά γιατί είναι 20-30 χρόνια καπνιστής. Το να θέλει λοιπόν κάποιος να ρίξει άμεσα την πίεση που είδε, φοβούμενος ότι κάτι θα πάθει εκείνη τη στιγμή, είναι ακριβώς το ίδιο με το να λέει: “σβήσε το τσιγάρο μην πάθεις εγκεφαλικό”!


“Ανέβασα πίεση και πήρα ένα υπογλώσσιο”

Η συγκεκριμένη φράση, η οποία ακούγεται κατά κόρον και αποτελεί “μάστιγα” στην σύγχρονη Καρδιολογία, πέρα από το ότι δείχνει πλήρη άγνοια για το τι είναι υπέρταση και ποιοι είναι οι κίνδυνοι, είναι και άκρως επικίνδυνη και αποτελεί βασική αιτία νοσηρότητας και θανάτων σήμερα! Σε συνέχεια των προηγούμενων, αν κάποιος κάνει μια σποραδική μέτρηση (και δεν έχει κάνει αυτομετρήσεις για 5-7 ημέρες) τότε αν όντως έχει υπέρταση, αυτή θα του δημιουργήσει πρόβλημα σε 20-30 χρόνια! Άρα δεν διακινδυνεύει τίποτα κάποιος να περιμένει για 1 εβδομάδα να βεβαιωθεί (όσο υψηλή κι αν είναι η πίεσή του). Αν όμως ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν είναι υπερτασικός (έχει δηλαδή φυσιολογικές πιέσεις σε ηρεμία), τότε παίρνοντας το υπογλώσσιο, αυτό που θα συμβεί όταν ούτως ή άλλως επιστρέψει η πίεσή του στο φυσιολογικό (επειδή θα έχει ηρεμήσει) είναι να προκληθεί υπόταση, η οποία είναι άκρως επικίνδυνη για την αιμάτωση των ζωτικών οργάνων (εγκέφαλος, νεφροί, καρδιά), ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, οι οποίοι είναι και οι κατ’ εξοχήν λάτρεις αυτού του… σπορ (του να “παίζουν” δηλαδή με πιεσόμετρα και υπογλώσσια). Προσοχή, είναι διαφορετικό πράγμα να έχω από μόνος μου πίεση 90mmHg (απολύτως φυσιολογικό σε νεαρά άτομα και στο γυναικείο φύλο) και διαφορετικό πράγμα να είμαι υπερήλικας, να χρειάζομαι πίεση 130-140mmHg για να αρδεύονται σωστά οι ιστοί μου και ένα υπογλώσσιο να μου κατεβάζει βιαίως της πίεση στα 90mmHg.

Δυστυχώς γι’ αυτό το φαινόμενο φέρουμε ευθύνη κι εμείς οι ίδιοι οι γιατροί, οι οποίοι κάποιες φορές από άγνοια (!) και κάποιες από επιπολαιότητα εφαρμόζουμε αυτήν την πρακτική. Κλασικό παράδειγμα είναι το εξής: εφημερεύων καρδιολόγος σε νοσοκομείο (όπου “τρέχει” από επείγον σε επείγον) καλείται να διαχειριστεί ηλικιωμένη κυρία η οποία προσήλθε στα επείγοντα λόγω υψηλής πίεσης. Η σωστή αντιμετώπιση θα ήταν να αφιερώσει τουλάχιστον μισή ώρα να εξηγήσει στην ασθενή ότι αυτός ο τρόπος προσέγγισης είναι λάθος, ότι θα πρέπει να κάνει αυτομετρήσεις για 1 εβδομάδα και να επανέλθει. Επειδή όμως και ο χρόνος είναι πολύτιμος, αλλά και είναι λίγο απίθανο να γίνει κατανοητός από την ασθενή σε αυτές τις συνθήκες (είναι πολύ πιθανόν να δει ο συνάδελφος το όνομά του στις ειδήσεις των 12 επειδή “έδιωξε” ασθενή με υπέρταση!), επιλέγει την “μπακαλική” (όπως την αποκαλώ) προσέγγιση – βάζει έναν ορό, χορηγεί ένα υπογλώσσιο (συνήθως σε δόση για… καναρίνια), υποχρεώνει μια νοσηλεύτρια να μετράει την πίεση κάθε 10 λεπτά και αμέσως έχει φύγει στη… δουλειά του. Με το που ηρεμήσει η ασθενής (και όχι από την αστεία δόση του υπογλώσσιου) η πίεση φυσικά αποκαθίσταται. Κι αν τυχόν (έστω και με τη χαμηλή δόση φαρμάκου) προκληθεί υπόταση, υπάρχει η ασφάλεια της νοσηλεύτριας και του ορού. Αυτό όλο το… τσίρκο το βλέπουν οι ασθενείς και την επόμενη φορά δοκιμάζουν μόνοι τους το ίδιο στο σπίτι (με κανονικές δόσεις φαρμάκων και χωρίς νοσηλεύτρια και ορό) με ολέθρια κάποιες φορές αποτελέσματα.

Διαβάστε τη συνέχεια:
Μύθοι και Πραγματικότητες: ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ (Β)

Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 4ο: ΧΟΛΗΣΤΕΡΙΝΗ

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Συνέχεια με έναν ακόμη κύριο παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, την χοληστερίνη. Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Έχω αυξημένη χοληστερίνη. Μα εγώ δεν τρώω λιπαρά!”

Η διατροφή, αν και σημαντική, είναι λιγάκι υπερτιμημένη όσον αφορά τη χοληστερίνη. Η χοληστερίνη που κυκλοφορεί στον οργανισμό μας, μόνο κατά 15% περίπου προέρχεται από τη διατροφή. Το υπόλοιπο 85% συντίθεται στον οργανισμό μας, στο συκώτι. Σε κάποιες περιπτώσεις, στις “οικογενείς δυσλιπιδαιμίες”, υπάρχουν αυξήσεις της χοληστερίνης από τη γέννηση, σε βρέφη, λόγω ενζυμικών διαταραχών κατά τη σύνθεση της χοληστερίνης. Τα νοσήματα αυτά αφορούν μέλη ολόκληρων οικογενειών που φέρουν ελαττωματικά γονίδια.


“Δεν κάνω εξέταση για χοληστερίνη σήμερα. Θα κάνω πρώτα δίαιτα και μετά”

Οι εξετάσεις θα πρέπει να διενεργούνται ένα πρωινό που είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό της καθημερινότητας. Αυτό που ενδιαφέρει είναι πώς είναι η χοληστερίνη μας τις περισσότερες ημέρες του έτους. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν θα πάμε να μετρήσουμε την Δευτέρα του Πάσχα, αλλά ούτε και μετά από 1 μήνα δίαιτα, γιατί τότε το αποτέλεσμα δεν είναι αντιπροσωπευτικό.


“Έχω αυξημένη χοληστερίνη, αλλά ο γιατρός δεν μου δίνει φάρμακα!”

Η τιμή της χοληστερίνης που μετράμε στο αίμα μας δείχνει την ποσότητα της χοληστερίνης που κυκλοφορεί σ’ αυτό. Δεν μας δίνει πληροφορίες για του πού κατευθύνεται αυτή η χοληστερίνη. Είναι διαφορετικό πράγμα να κατευθύνεται προς τους ιστούς (και συνεπώς η περίσσεια της να συσσωρεύεται μέσα στις αρτηρίες προκαλώντας την αθηρωματική πλάκα – τις στενώσεις) και διαφορετικό να κατευθύνεται προς αποβολή (από τη χολή). Αυτό λοιπόν που ενδιαφέρει σήμερα στην Καρδιολογία, δεν είναι πόσο υψηλή χοληστερίνη έχει κάποιος, αλλά τι είδους χοληστερίνη έχει. Αυτό φαίνεται με τη μέτρηση της LDL και της HDL, δύο λιποπρωτεϊνών, οχημάτων δηλαδή μεταφοράς χοληστερίνης. Η LDL (χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνη ή “κακή χοληστερίνη”) εκτελεί “δρομολόγιο” προς τους ιστούς και συνεπώς είναι αθηρογόνος. Αντιθέτως, η HDL (υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνη ή “καλή χοληστερίνη”), μεταφέρει τη χοληστερίνη από τους ιστούς. Άτομα λοιπόν με υψηλή LDL (ή/και χαμηλή HDL) είναι επιρρεπή σε αθηροσκλήρωση, ενώ άτομα με χαμηλή LDL (ή/και υψηλή HDL) όχι. Υπάρχουν δηλαδή περιπτώσεις που αν και υπάρχει υψηλή τιμή χοληστερίνης, δεν υπάρχει κίνδυνος αθηροσκλήρωσης και συνεπώς δεν χρειάζεται μείωση.

Μια δεύτερη παράμετρος, είναι η έννοια του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο άρθρο. Αν κάποιος έχει χαμηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο, τότε δεν είναι απαραίτητη η μείωση της χοληστερίνης, ακόμη και αν είναι αυξημένη η LDL.


“Έχω φυσιολογική χοληστερίνη, αλλά ο γιατρός μου έδωσε φάρμακο! Μήπως “τα παίρνει” από τις φαρμακευτικές εταιρίες;”

Σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτό μπορεί να γίνεται είτε γιατί (παρά την “φυσιολογική” τιμή χοληστερίνης) η LDL είναι αυξημένη, είτε γιατί ο ασθενής έχει αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο (βλέπε προηγούμενο άρθρο). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί το εξής: επειδή ακριβώς υπάρχουν διάφορα επίπεδα καρδιαγγειακού κινδύνου, η επιθυμητή τιμή της LDL δεν είναι ίδια. Σε άτομα πολύ υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου η τιμή στόχος της LDL είναι <55mg/dL, σε άτομα υψηλού κινδύνου είναι <70mm/dL, σε άτομα μετρίου κινδύνου είναι <100mg/dL και σε άτομα χαμηλού κινδύνου <115mg/dL, ενώ υπάρχει υποκατηγορία ασθενών με εξελισσόμενη αθηροσκλήρωση, στην οποία οι επιθυμητές τιμές είναι <40mg/dL (οι τιμές αυτές είναι πρόσφατα αναθεωρημένες από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία). Είναι δηλαδή σαν τα όρια ταχύτητας. Τα 80Km/h είναι λίγο για τον αυτοκινητόδρομο, αλλά είναι εγκληματικά πολύ για το κέντρο ενός χωριού! 

Η πληροφορία αυτή δεν είναι γνωστή όχι μόνο στους ασθενείς, αλλά δυστυχώς και σε κάποιους γιατρούς (π.χ. μικροβιολόγοι). Έτσι παρατηρείται συνεχώς το φαινόμενο να “καθησυχάζονται” ασθενείς πολύ υψηλού κινδύνου (με στόχο LDL<55mg/dL) με τιμές LDL 130mg/dL ή και περισσότερο (προσωπικά έχω δει “φυσιολογική” τιμή LDL έως και 190mg/dL) και σε κάποιες περιπτώσεις να ενθαρρύνονται να διακόψουν το φάρμακό τους!


Έχω αυξημένη χοληστερίνη, αλλά έτσι είναι πάντα, όσες φορές κι αν τη μέτρησα”

Πολύ συχνά ακούω αυτή τη φράση, με την οποία υποκρύπτεται μια στρεβλή πεποίθηση ότι αφού έτσι είναι πάντα, είναι και φυσιολογικό! Στα αυτιά όμως ενός καρδιολόγου, η φράση αυτή είναι… τρομακτική, γιατί αυτό που φοβόμαστε είναι να είναι κάποιος “εκτεθειμένος” για πολλά χρόνια σε παράγοντες χωρίς θεραπεία. Τότε ευνοείται η ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης με συνεπακόλουθο το έμφραγμα και το εγκεφαλικό. Θα πάθω δηλαδή έμφραγμα ή εγκεφαλικό, ακριβώς επειδή έχω παράγοντες κινδύνου ανεξέλεγκτους για πολλά χρόνια και όχι γιατί “ανέβασα” τώρα τη χοληστερίνη μου. Πολύ συχνά, άνθρωποι που “έχασαν” κάποιον συγγενή τους, με ρωτούν συντετριμμένοι γιατί συνέβη αυτό. Το πρώτο που τους ρωτάω (με σχεδόν πάντα καταφατική απάντηση) είναι αν κάπνιζαν. Το δεύτερο είναι αν είχαν ελέγξει τη χοληστερίνη τους. Και τότε “εμφανίζεται” μπροστά μου μια “στοίβα” από εξετάσεις των τελευταίων… 20 ετών με μονίμως υψηλή τιμή LDL χοληστερίνης! Αυτό που εξηγώ στους ασθενείς μου είναι ότι δικαιολογείται κάποιος να δει υψηλή χοληστερίνη το πολύ μέχρι… 2 φορές – την πρώτη που δεν το ήξερε και μία δεύτερη που θέλησε να την ρίξει μόνος του, χωρίς φάρμακο. Μετά από τη δεύτερη θα πρέπει να παρέμβει ο γιατρός και να την καταποντίσει. Αλλιώς, δεν έχει νόημα η μέτρηση. Είναι σαν να κοιτάω μονίμως το κοντέρ του αυτοκινήτου, να βλέπω ότι τρέχω, αλλά να μην παίρνω το πόδι μου από το γκάζι! Τελείως ακατανόητη πρακτική! Είτε με ενδιαφέρει η καρδιαγγειακή πρόληψη και τότε μετράω για να διορθώσω, είτε δεν με ενδιαφέρει και δεν μετράω. Με το να μετράω και να μην δρω, ο μόνος ευτυχισμένος είναι ο συνάδελφος μικροβιολόγος που διενεργεί την εξέταση! Η μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου επιτυγχάνεται επειδή μείωσες και όχι επειδή μέτρησες την χοληστερίνη σου!


“Γρήγορα γιατρέ, κλείσε μου ραντεβού οπωσδήποτε σήμερα! Έκανα εξετάσεις και είναι ψηλή η χοληστερίνη μου” 

Σήμερα το έμαθες, δεν συνέβη σήμερα! Και χθες την ίδια χοληστερίνη είχες αλλά δεν το ήξερες! Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, έμφραγμα ή εγκεφαλικό παθαίνουμε γιατί έχουμε για πολλά χρόνια (δεκαετίες) υψηλή χοληστερίνη και όχι γιατί ανέβηκε σήμερα.


“Από τώρα θα πάρω γιατρέ φάρμακο για χοληστερίνη; Είμαι μόνο 45 χρονών”

Όχι, περίμενε πρώτα να πάθεις έμφραγμα και μετά! Στα αυτιά μου ακούγεται σαν “από τώρα θα κόψω γιατρέ ταχύτητα; Έχω διανύσει μόνο 100Km, έχω άλλα 200!”. Όχι, περίμενε πρώτα να τρακάρεις και μετά… βλέπουμε!


“Όχι γιατρέ, μη μου βάλεις φάρμακο για τη χοληστερίνη. Θα το παλέψω με διατροφή”

Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο ρόλος της διατροφής είναι υπερτιμημένος στη χοληστερίνη, καθώς συμβάλλει μόνο κατά 15%. Οπότε, είναι πολύ χρήσιμη, όταν είμαι πολύ κοντά στην τιμή στόχο! Υπάρχει όμως το εξής θέμα, το οποίο πρέπει να διευκρινιστεί: ακόμη και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλάμε για αλλαγή διατροφικών συνηθειών και όχι για δίαιτα, κάτι που είναι πολύ δύσκολο. Πολύ συχνά αντιμετωπίζω ασθενείς που αρνούμενοι να ξεκινήσουν αγωγή, κάνουν “εξαντλητική” δίαιτα για 1 μήνα, ξαναμετρούν τη χοληστερίνη τους (η οποία φυσικά έχει πέσει) και το ίδιο βράδυ πάνε στην ταβέρνα για να το γιορτάσουν! Μ’ αυτόν τον τρόπο παραπλανούν εκτός από εμένα και τον ίδιο τους τον εαυτό γιατί το ζητούμενο είναι να έχεις σωστή χοληστερίνη στο αίμα σου και όχι στο χαρτί των εξετάσεων!


“Γιατρέ, τι επιτρέπεται να τρώει ο σύζυγός μου τώρα που έπαθε έμφραγμα;”

Η διατροφή (για τη μείωση της LDL) είχε μεγαλύτερο νόημα για τον ασθενή πριν πάθει έμφραγμα. Τώρα, λόγω ακριβώς του εμφράγματος, είναι σε ομάδα πολύ υψηλού κινδύνου με τιμή στόχο LDL<55mg/dL, τιμή που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με διατροφή (ακόμη και αν ζήσει στην υποσαχάρια Αφρική και τρέφεται με ακρίδες). Οπότε η χορήγηση φαρμάκου για χοληστερίνη είναι αδιαπραγμάτευτη. Απλώς η σωστή διατροφή θα μας βοηθήσει να πετύχουμε τον στόχο, ενδεχομένως με χαμηλότερη δόση γι’ αυτό και ζητάμε μόνο να μην κάνει διαιτητικές ακρότητες!


“Τώρα που ρυθμίστηκε γιατρέ η χοληστερίνη μου, να κόψω το φάρμακο;”

Η χοληστερίνη δεν είναι μικρόβιο που κάναμε θεραπεία και το… σκοτώσαμε. Όσο λαμβάνω αγωγή, ρυθμίζω τη χοληστερίνη μου – μόλις την κόψω θα ξανανέβει. Αυτό ισχύει για όλα τα χρόνια νοσήματα (υπέρταση, διαβήτης κλπ). Κατά τον ίδιο τρόπο, σε ένα ταξίδι φοράω ζώνη ασφαλείας από την αρχή έως το τέλος και όχι μόνο στα πρώτα… 30Km!


“Γιατρέ, έπεσε πολύ η χοληστερίνη μου και παίρνω το φάρμακο μέρα παρά μέρα”

Αυτό που έπρεπε να κάνεις είναι να μειώσεις το φάρμακο και όχι να το αραιώσεις. Υψηλή χοληστερίνη έχουμε κάθε μέρα και συνεπώς η αγωγή πρέπει να είναι καθημερινή. Βέβαια, το ακόμη σωστότερο θα ήταν να ρωτήσεις το γιατρό σου πριν αποφασίσεις μόνος σου!


“Δεν θέλω φάρμακο για τη χοληστερίνη! Άκουσα ότι πειράζει στο συκώτι”

Όλα τα φάρμακα ανεξαιρέτως, έχουν παρενέργειες (αλλιώς δεν θα ήταν φάρμακα, θα ήταν συμπληρώματα διατροφής). Πάντα όμως ο γιατρός κατά τη χορήγησή τους σταθμίζει τα οφέλη με τον κίνδυνο. Όντως, σε ένα μικρό ποσοστό, τα φάρμακα για τη χοληστερίνη (οι περίφημες στατίνες) ευθύνονται για επιπλοκές από το συκώτι (κυρίως με απλή αύξηση των τρανσαμινασών). Η παρενέργεια αυτή είναι πλήρως αναστρέψιμη όταν γίνει επανέλεγχος 1 έως 3 μήνες μετά την έναρξη της αγωγής και μετά ανά 6 ή 12 μήνες κατά τη συνέχισή της, κάτι το οποίο οφείλει να κάνει κάθε ευσυνείδητος γιατρός. Και τελικά, σχεδόν κανένας δεν έχει πεθάνει από χορήγηση στατινών. Αντίθετα, από υψηλή χοληστερίνη πεθαίνουν καθημερινά χιλιάδες ανθρώπων. 

Πάντα λοιπόν, πριν δαιμονοποιήσουμε ένα φάρμακο, θα πρέπει να σκεφτόμαστε τι θα συμβεί αν δεν το πάρουμε! Το ιδανικό θα ήταν να μην έχουμε υψηλή χοληστερίνη και συνεπώς να μην χρειάζεται να λάβουμε στατίνη. Όταν όμως είναι υψηλή τότε ο κίνδυνος από αυτήν είναι υψηλότερος από τον κίνδυνο του φαρμάκου. Είναι σαν κάποιος να ισχυρίζεται ότι η ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου είναι βλαβερή γιατί υπάρχει η σπάνια περίπτωση να εγκλωβιστείς σε ένα φλεγόμενο αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή όμως που το λες αυτό, σώζονται χιλιάδες ανθρώπων από τη χρήση της. Δυστυχώς, ο κίνδυνος παρενεργειών των στατινών έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης σε καφενεία, κομμωτήρια και διάφορα blogs, σε περιβάλλοντα δηλαδή όπου απουσιάζει οποιαδήποτε επιστημονική προσέγγιση του θέματος. Εξάλλου, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την πρώτη στατίνη, ο Αμερικανός βιολόγος Άλφρεντ Άλμπερτς, δεν έλαβε το βραβείο νόμπελ Ιατρικής επειδή… χαλούσε συκώτια! 

Από την άλλη, φάρμακα όπως π.χ. τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, καταναλώνονται σαν καραμέλες, χωρίς καν ιατρική συνταγή, ενώ έχουν πολύ σημαντικότερες παρενέργειες όπως είναι η νεφρική ανεπάρκεια, οι αιμορραγίες και η απορρύθμιση της αρτηριακής υπέρτασης. Και να σκεφτεί κανείς ότι είναι φάρμακα που δεν σώζουν ζωές όπως οι στατίνες, αλλά βελτιώνουν την ποιότητα ζωής (καθώς χρησιμοποιούνται κυρίως ως παυσίπονα). Τσιμουδιά όμως γι’ αυτά στα καφενεία – αντιθέτως δίνονται από φίλο σε φίλο!

Διαβάστε το 5ο μέρος:
Μύθοι και Πραγματικότητες: ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ (Α)

Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 3ο: ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Συνέχεια με “καυτά” θέματα για τον σακχαρώδη διαβήτη. Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Τι είπες γιατρέ; Έχω ζάχαρο; Μα εγώ ποτέ δεν είχα!”

Κανένας δεν ήταν άρρωστος πριν αρρωστήσει! Για όλα τα επίκτητα νοσήματα όπως είναι και ο σακχαρώδης διαβήτης, υπάρχει ένα χρονικό σημείο “μηδέν” στο οποίο εμφανίζεται η νόσος. Μέχρι τότε δεν υπήρχε. Η παραπάνω φράση υποδηλώνει ένα ψυχολογικό μηχανισμό που ονομάζεται άρνηση (η μη αποδοχή δηλαδή της πραγματικότητας), ο οποίος είναι πολύ συχνός στους ασθενείς όταν εμφανίζουν κάποιο χρόνιο νόσημα και αποτελεί τεράστιο εμπόδιο στη συνεργασία του ασθενούς. Τελικά, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η καθυστέρηση της έναρξης της θεραπείας, με αποτέλεσμα, σε κάποιες περιπτώσεις, την εξέλιξη της νόσου και την εμφάνιση επιπλοκών.


“Τι είπες γιατρέ; Έχω ζάχαρο; Μα εγώ δεν τρώω γλυκά!”

Σακχαρώδη διαβήτη δεν παθαίνουμε γιατί φάγαμε πολλά γλυκά (έτσι, σχεδόν όλα τα παιδιά θα ήταν διαβητικά). Ο διαβήτης είναι ένα μεταβολικό νόσημα που οφείλεται στην κληρονομικότητα και/ή στην παχυσαρκία (σε λίγες περιπτώσεις μπορεί να οφείλεται σε ιογενή, λοιμώδη, φλεγμονώδη ή φαρμακευτικά αίτια).


“Μέτρησα το ζάχαρό μου και ήταν λίγο ανεβασμένο, στο 130. Ε, δεν πειράζει, ο μικροβιολόγος μου είπε ότι είναι από τα πολλά σταφύλια”

Στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να παραθέσουμε κάποια στοιχεία από την παθοφυσιολογία. Στην ιατρική, προϋπόθεση για την κατανόηση των νοσημάτων είναι η γνώση της φυσιολογίας. Πρώτα λοιπόν θα πρέπει να εξηγήσουμε πως λειτουργεί φυσιολογικά ο μεταβολισμός και στη συνέχεια να εξηγήσουμε τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης. 

Κάθε φορά που καταναλώνουμε μια τροφή, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι γλυκιά, αλμυρή, πικρή, πρωτεΐνη, υδατάνθρακας ή λίπος, μέσα από διεργασίες που συμβαίνουν στον πεπτικό σωλήνα αυτή αποδομείται και τελικά απελευθερώνονται στο αίμα ποσότητες γλυκόζης (ζάχαρης δηλαδή). Η γλυκόζη είναι το καύσιμο του οργανισμού και είναι το μοναδικό “τρόφιμο” που καταλαβαίνουν τα κύτταρα μας (δεν καταλαβαίνουν ούτε από “κοψίδια” ούτε από… κουνουπίδια). Όλες οι τροφές λοιπόν μετατρέπονται σε γλυκόζη. Η ποσότητα γλυκόζης που απελευθερώνεται από κάθε τρόφιμο, δεν έχει να κάνει με το πόσο “γλυκιά” είναι η τροφή, αλλά με αυτό που ονομάζουμε γλυκαιμικό δείκτη, ο οποίος είναι περίπου ανάλογος της θερμιδικής αξίας της κάθε τροφής. Τροφές δηλαδή που απελευθερώνουν μεγάλες ποσότητες γλυκόζης ή για μεγάλη χρονική διάρκεια μετά την κατανάλωσή τους, έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη. Το φυσιολογικό λοιπόν μετά από κάθε γεύμα είναι το σάκχαρο (η γλυκόζη) στο αίμα να αυξάνεται. Αμέσως, ένα όργανο που ονομάζεται πάγκρεας, αντιλαμβάνεται τις αυξήσεις του σακχάρου στο αίμα και εκκρίνει μια ορμόνη, την ινσουλίνη, η οποία σπρώχνει το σάκχαρο μέσα στα κύτταρα για να “καεί” και να παράγει ενέργεια ή τo προωθεί στο συκώτι, στους μύες και στο λιπώδη ιστό για να αποθηκευτεί για μελλοντική χρήση (για να χρησιμοποιηθεί όταν δεν τρώμε). Άρα, σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα (περίπου 2 ώρες) το ζάχαρο αποκαθίσταται στο φυσιολογικό. 

Ο διαβητικός είναι αυτός που κάνει τις ίδιες ακριβώς διεργασίες, αλλά με πιο αργό ρυθμό. Ανεβαίνει δηλαδή και σ’ αυτόν το ζάχαρο μετά από κάθε γεύμα, αλλά το αποκαθιστά σε 4, 6, 8 ώρες ή και ποτέ, αναλόγως της βαρύτητας του διαβήτη. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί δεν έχει ινσουλίνη (διαβήτης τύπου Ι ή νεανικός διαβήτης) είτε γιατί δεν μπορεί να δράσει η ινσουλίνη (διαβήτης τύπου ΙΙ ή διαβήτης των ενηλίκων). Όταν λοιπόν κάποιος μετρήσει το ζάχαρό του στις 7 το πρωί, νηστικός, απέχοντας 8 ή 10 ώρες από το τελευταίο γεύμα, οφείλει να έχει φυσιολογικό ζάχαρο, ανεξαρτήτως του τι έφαγε χθες. Ο μη διαβητικός μπορεί να φάει το βράδυ 1 τούρτα και το πρωί να έχει φυσιολογικό ζάχαρο, ενώ ο διαβητικός μπορεί να φάει 1 μήλο και το πρωί να έχει υψηλό. Άρα ο ασθενής του παραπάνω παραδείγματος, μάλλον είναι διαβητικός και παραπλανητικά καθησυχάζεται.


“Γιατί γιατρέ λες ότι είμαι διαβητικός, αφού το ζάχαρό μου είναι 110;”

Σύμφωνα με τα προηγούμενα, μπορεί να υπάρχουν διαβητικοί που “βλέπουν” καλό ή σχεδόν καλό ζάχαρο νηστείας (όταν πηγαίνουν το πρωί να δώσουν αίμα για μέτρηση). Όμως χρειάστηκαν π.χ 6 ώρες για να αποκαταστήσουν το ζάχαρό τους. Υπάρχει δηλαδή η περίφημη μεταγευματική υπεργλυκαιμία. Η μέθοδος λοιπόν της μέτρησης της γλυκόζης νηστείας δεν αποκαλύπτει όλες τις περιπτώσεις σακχαρώδους διαβήτη. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να διενεργείται μια πιο ειδική εξέταση, με την οποία αποκαλύπτονται όλοι οι διαβητικοί (ακόμη και αυτοί που βρίσκονται σε προστάδιο διαβήτη), και ονομάζεται δοκιμασία ανοχής γλυκόζης ή καμπύλη σακχάρου. Η εξέταση αυτή είναι μια δοκιμασία, ένα test, κατά το οποίο αφού γίνει αιμοληψία και δούμε τη γλυκόζη νηστείας, χορηγείται στον εξεταζόμενο ένα διάλυμα που περιέχει συγκεκριμένη ποσότητα γλυκόζης (75gr). Στη συνέχεια (και χωρίς να αποχωρήσει ο ασθενής από το εργαστήριο καθώς η εξέταση επηρεάζεται από τη σωματική δραστηριότητα) επανεξετάζεται η γλυκόζη μετά από 2 ώρες. Αν αυτή παραμένει αυξημένη, τότε χαρακτηρίζεται ως παθολογική. Σε αυτήν την εξέταση πρέπει να προχωρούν όλοι οι ασθενείς που έχουν οριακές τιμές γλυκόζης νηστείας (γιατί αν έχουν παθολογικές είναι ήδη διαβητικοί), όσοι έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη ή είναι παχύσαρκοι, όσοι έχουν βλάβη οργάνων στόχων (έμφραγμα, εγκεφαλικό, νεφρική νόσο, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια κλπ) και οι έγκυες γυναίκες. 


“Φοβάμαι μην μου ανέβει το ζάχαρο και πάθω τίποτα”

Οι επιπλοκές του σακχαρώδους διαβήτη είναι κυρίως μακροχρόνιες. Μπορούν να συμβούν βέβαια και οξείες επιπλοκές (όπως είναι η διαβητική κετοξέωση) αλλά αυτές είναι πιο σπάνιες και πάντα είναι στα πλαίσια κάποιας συνοδού κατάστασης (π.χ. λοίμωξη). “Παθαίνω” λοιπόν κάτι επειδή είμαι πολλά χρόνια αρρύθμιστος διαβητικός, όχι γιατί ανέβηκε το σάκχαρό μου σήμερα. Οι μακροχρόνιες επιπλοκές είναι η μακροαγγειοπάθεια (έμφραγμα, εγκεφαλικό, περιφερική αρτηριοπάθεια), η μικροαγγειοπάθεια (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια και νεφροπάθεια) και η διαβητική νευροπάθεια.


“Είμαι διαβητικός πολλά χρόνια, αλλά ρυθμίζομαι μια χαρά. Παίρνω τα φάρμακά μου, κάνω δίαιτα και όποτε και να μετρήσω το ζάχαρό μου είναι καλό. Αυτή τη… “γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη”, δεν την ξέρω”

Όπως γίνεται κατανοητό από τα προηγούμενα, η τιμή της γλυκόζης στο αίμα μεταβάλλεται συνεχώς. Δεν είναι ποτέ σταθερή. Το να μετράει ένας διαβητικός το σάκχαρό του μόνο νηστικός το πρωί (ή και σε άλλες στιγμές της ημέρας) δεν δίνει πλήρη εικόνα για το επίπεδο ρύθμισης. Είναι σαν να τραβάει μόνο “φωτογραφίες”. Όπως λοιπόν μια φωτογραφία αποτελεί ένα “στιγμιότυπο” και είναι πολύ κατώτερη ενός video, έτσι και οι μετρήσεις γλυκόζης δεν μπορούν να δείξουν αν ο διαβητικός είναι ρυθμισμένος όλο το 24ωρο. Ο έλεγχος της σωστής ρύθμισης του σακχάρου γίνεται με τη μέτρηση στο αίμα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Η εξέταση αυτή μας δίνει πληροφορίες για το επίπεδο ρύθμισης των τελευταίων 2-3 μηνών. Είναι σαν κάποιος να μετρούσε το ζάχαρό του κάθε 1 λεπτό τους τελευταίους 2-3 μήνες και μας δείχνει το μέσο όρο. Υπάρχουν διαβητικοί που έχουν ικανοποιητικό σάκχαρο νηστείας, αλλά η γλυκοζυλιωμένη τους είναι αυξημένη. Επειδή η εξέταση αυτή μεταβάλλεται στον οργανισμό το νωρίτερο σε 2-3 μήνες, δεν έχει νόημα να γίνεται πιο τακτικά και επιπλέον δεν μπορεί να μας δώσει άμεσα πληροφορίες κατά την έναρξη ενός νέου φαρμάκου για το σάκχαρο. Όμως οι επιπλοκές του διαβήτη είναι συναρτούμενες με την τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και συνεπώς στη σύγχρονη ιατρική δεν νοείται διαβητικός που να μη γνωρίζει τι είναι και να μην μετράει τη γλυκοζυλιωμένη του.


“ Άμα αρχίσεις να κάνεις ινσουλίνη, ήρθε το τέλος σου!”

Η ινσουλίνη είναι η πρώτη θεραπεία στο διαβήτη τύπου Ι (επειδή απουσιάζει από τον οργανισμό), ενώ αποτελεί δεύτερης γραμμής θεραπεία στο διαβήτη τύπου ΙΙ. Η ινσουλίνη είναι το ιδανικό φάρμακο για ρύθμιση του σακχάρου σε όλους τους διαβητικούς, απλώς επειδή χορηγείται υποδόρια και συνεπώς είναι μια “δύσκολη” για τον ασθενή θεραπεία, στους διαβητικούς τύπου ΙΙ προτιμάμε να ξεκινήσουμε τα πρώτα χρόνια με άλλα φάρμακα. Η έναρξη της ινσουλίνης σ’ αυτούς τους ασθενείς, συμπίπτει είτε με την εξέλιξη του διαβήτη είτε με την εμφάνιση επιπλοκών. Συνεπώς, οι κίνδυνοι υπάρχουν απ’ αυτήν καθαυτή τη νόσο και όχι από την έναρξη της ινσουλινοθεραπείας. 


“Γιατρέ, μέτρησα το ζάχαρό μου δύο φορές σήμερα και ήταν 250 τη μία και 300 την άλλη. Τι να κάνω;”

Το ζαχαρόμετρο είναι ένα εργαλείο, που όπως προκύπτει από τα παραπάνω, δεν μπορεί να μας δείξει το επίπεδο ρύθμισης, όσο συχνά και αν μετράει κανείς το ζάχαρό του. Σε κάθε περίπτωση είναι κατώτερο της μέτρησης της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Γι’ αυτό και δεν είναι τόσο χρήσιμο στο διαβητικό που λαμβάνει αγωγή με χάπια (παρά μόνο ενδεχομένως για να ελέγξει τυχόν υπογλυκαιμία όταν έχει αντίστοιχα συμπτώματα και να μεταβεί στο νοσοκομείο και κατά την αρχική χορήγηση των φαρμάκων και μέχρι να φανεί το αποτέλεσμα σε 2-3 μήνες στη γλυκοζυλιωμένη, πάντα σε συνεννόηση με το γιατρό του). Αντιθέτως, είναι πάρα πολύ χρήσιμο για τον ινσουλινοθεραπευόμενο διαβητικό, για να προσαρμόζει τις δόσεις της ινσουλίνης του (και για την περίπτωση υπογλυκαιμίας).


“Είμαι διαβητικός, προσέχω τη διατροφή μου. Γλυκά με τίποτα. Φρούτα,  μόνο κανένα ξινόμηλο”

Όπως τονίσαμε πιο πάνω, η ποσότητα γλυκόζης που απελευθερώνεται από κάθε τροφή, είναι ανεξάρτητη του πόσο γλυκιά στη γεύση είναι αυτή και έχει να κάνει μόνο με το γλυκαιμικό δείκτη. Αυτό που επιθυμούμε στους διαβητικούς είναι η διατροφή τους να βασίζεται σε τροφές με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη. Κλασικό παράδειγμα τροφών με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη (και γι’ αυτό θα πρέπει να αποφεύγονται) είναι οι πολυσακχαρίτες, όπως είναι οι τροφές που περιέχουν άμυλο (ζυμαρικά, ψωμί, πατάτες, ζύμες, ρύζι κλπ). Καμία από αυτές δεν είναι γλυκιά. Μερικές φορές κάνω αυτό το test στους διαβητικούς που συναντώ για να διαπιστώσω το επίπεδο ενημέρωσης για την πάθησή τους: τους ρωτώ αν είχαν να διαλέξουν μεταξύ μιας μακαρονάδας και μιας κουταλιάς γλυκού του κουταλιού, τι θα επέλεγαν. Προφανώς, η σωστή απάντηση είναι το δεύτερο. Συνεπώς, τροφές όπως το μέλι, τα φρούτα, μικρές ποσότητες μαύρης σοκολάτας δεν είναι απαγορευτικές για τον ασθενή με διαβήτη.


“Προσέχω τη διατροφή μου – τρώω μόνο το μεσημέρι – αλλά ούτε κιλά χάνω, ούτε ρυθμίζω σωστά το ζάχαρό μου”

Δεν υπάρχει περίπτωση τρώγοντας μια φορά την ημέρα να ρυθμίσει κάποιος σωστά το διαβήτη του. Η διατροφή κατέχει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση του διαβήτη (εκτός από τα φάρμακα). Πέρα όμως από το είδος των τροφών, είναι σημαντικό ο ασθενής να καταναλώνει τις ημερήσιες ποσότητες τροφής κατανεμημένες σε όσο το δυνατόν περισσότερα γεύματα (5 ή 6). Το σκεπτικό είναι ότι όταν κάποιος καταναλώνει μικρές ποσότητες και συχνά, δεν επιτρέπει μεγάλες αυξήσεις του σακχάρου στο αίμα και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οπότε ο οργανισμός μπορεί να διαχειριστεί με επιτυχία τα “φορτία γλυκόζης”. Αντιθέτως, όταν καταναλώσει την ίδια ποσότητα τροφής σε μια φορά, πετυχαίνει μεγάλες αυξήσεις της γλυκόζης και μεγάλης διάρκειας. Είναι σαν να προσπαθεί κάποιος να περάσει 10 κιλά άμμο από ένα χωνί – αν τα ρίξει μαζεμένα, αυτό θα φρακάρει, ενώ αν τα ρίχνει σιγά-σιγά, όχι.


“Ζαλίστηκα και κόντεψα να λιποθυμήσω – μάλλον θα μου έπεσε το ζάχαρο. Έφαγα και συνήλθα. (Μη διαβητικός)”

Υπογλυκαιμία συμβαίνει μόνο σε διαβητικούς όταν πάρουν μεγαλύτερες δόσεις φαρμάκων ή φάνε λιγότερο από το σύνηθες. Η υπογλυκαιμία σε κάποιον μη διαβητικό είναι εξαιρετικά σπάνια και συνήθως οφείλεται ή σε ορισμένα φάρμακα ή σε σπάνιους όγκους. Πάντως είναι πολύ σπανιότερη από όσο συχνά ακούγεται. Ο ασθενής αυτός μάλλον θα πρέπει να αναζητήσει άλλα αίτια για τη ζάλη του.


“Κάνω συχνές υπογλυκαιμίες, γι’ αυτό αναγκάζομαι και τρώω περισσότερο. (Διαβητικός)” 

Μήπως θα ήταν προτιμότερο να μειώσεις τα φάρμακα για το σάκχαρο σε συνεννόηση με το γιατρό σου; …Μήπως;


“Ο γιατρός μου είπε ότι έχω λίγο ζάχαρο, αλλά δεν μου έδωσε φάρμακα! Αντιθέτως με φόρτωσε φάρμακα για την πίεση και τη χοληστερίνη!”

Υπάρχουν περιπτώσεις ήπιου διαβήτη, όπου ο γιατρός μπορεί αρχικά να επιλέξει μόνο διαιτητικά μέτρα για την αντιμετώπισή του. Όμως, το γεγονός ότι εμφανίστηκε σακχαρώδης διαβήτης, τοποθετεί τον ασθενή σε ομάδα υψηλού συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου στην οποία ισχύουν διαφορετικές τιμές στόχοι για την πίεση και την χοληστερίνη, που κάποιες φορές δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς τη χορήγηση φαρμάκου. Ο γιατρός λοιπόν, πολύ σωστά, προσπαθεί να μειώσει το συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο για τον ασθενή του. Στα πλαίσια αυτά, η διακοπή του καπνίσματος στον ασθενή με σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη.


“Είδα ψηλό ζάχαρο και ξεκίνησα φάρμακα που μου έδωσε ο κουμπάρος μου”

Ουδέν σχόλιο! (Εκτός αν ο κουμπάρος είναι γιατρός)!

Διαβάστε το 4ο μέρος:
Μύθοι και Πραγματικότητες: ΧΟΛΗΣΤΕΡΙΝΗ


Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 2ο: ΚΑΠΝΙΣΜΑ

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορος Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Συνεχίζοντας την καταγραφή των κακών πρακτικών και αντιλήψεων, παραθέτω τις συνηθέστερες “ατάκες” όσον αφορά το κάπνισμα, έναν από τους βασικότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς μου, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Έλα μωρέ που φταίει το κάπνισμα! Εδώ τρώμε ένα σωρό μεταλλαγμένα και τόσα και τόσα εισπνέουμε από το περιβάλλον!”

Το κάπνισμα, σε μελέτες από τη δεκαετία του 70, φάνηκε ότι είναι ένας από τους κύριους παράγοντες που ευθύνονται για τα καρδιαγγειακά επεισόδια. Μέχρι τότε, όχι μόνο δεν ήταν γνωστός ο ρόλος του, αλλά μεγάλες καπνοβιομηχανίες διαφημιζόντουσαν ελεύθερα και αποτελούσαν χορηγούς μεγάλων αθλητικών γεγονότων. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι διπλάσιος στους καπνιστές (στο HEARTSCORE ο κίνδυνος πάντα σχεδόν διπλασιάζεται αν επιλέξουμε το κάπνισμα). Στην παραπάνω φράση, ακόμη κι αν δεχτούμε τον κίνδυνο από τα μεταλλαγμένα ή από την ατμοσφαιρική ρύπανση (κάτι που δεν είναι αποδεδειγμένο στο βαθμό που είναι για το κάπνισμα) και πάλι δεν είναι κατανοητή η… διαστροφή που λέει ότι αφού κινδυνεύω μία φορά, ας κινδυνεύσω περισσότερο! Κάποιες φορές για να τονίσω στους ασθενείς μου το ρόλο του καπνίσματος στα καρδιαγγειακά νοσήματα τους λέω ότι σαν γιατροί θα πρέπει να επιμένουμε για τη διακοπή του, αλλά σαν αμειβόμενοι επαγγελματίες όχι, καθώς αν όλοι έκοβαν το κάπνισμα ταυτόχρονα, τότε σε 10 περίπου χρόνια η συχνότητα των καρδιαγγειακών νοσημάτων θα μειωνόταν τόσο πολύ ώστε οι περισσότεροι καρδιολόγοι θα αλλάζαμε επάγγελμα!


“Εσύ γιατρέ καπνίζεις; Μια φορά πήγα σε έναν γιατρό που μου έλεγε να κόψω το κάπνισμα και αυτός κάπνιζε σαν φουγάρο”

Αυτό που θα έπρεπε να ενδιαφέρει τον καθένα (ιδίως από τη στιγμή που επισκέπτεται και πληρώνει έναν επαγγελματία υγείας) είναι το αν θα πεθάνει ο ίδιος και όχι πόσοι ακόμη θα πεθάνουν μαζί του! Δεν συμφωνώ με τους επαγγελματίες υγείας που καπνίζουν (θα έπρεπε η στάση και η συμπεριφορά του γιατρού να αποτελεί πρότυπο), αλλά δεν μειώνεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος για τον καθένα αν ο γιατρός του κόψει ο ίδιος το κάπνισμα! Και επίσης κανείς έως τώρα στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν είχε… δεύτερη ευκαιρία στη ζωή επειδή κάπνιζε ο γιατρός του! Η καρδιαγγειακή πρόληψη είναι προσωπική υπόθεση. Η διαφορά ενός γιατρού που καπνίζει με τον ασθενή του που καπνίζει είναι ότι ο πρώτος δεν αναζήτησε ιατρική βοήθεια και συμβουλή!


“Εγώ γιατρέ δεν καπνίζω πολύ, μόνο 2-3 τσιγάρα την ημέρα”

Ποιος καπνίζει πιο “πολύ” – αυτός που κάνει 2-3 “βαριά” τσιγάρα ή αυτός που κάνει 10 “ελαφριά”; Αυτός που “ρουφάει” τον καπνό ή αυτός που “δεν τον παίρνει μέσα”; Αυτός που σβήνει το τσιγάρο στα μισά ή αυτός που το καπνίζει μέχρι το φίλτρο; Αυτός που το κρατάει στο στόμα ή το αφήνει και καίγεται στο τασάκι; Αυτός που βάζει extra φίλτρο ή αυτός που κάνει άφιλτρα; Δεν υπάρχει “πολύ” και “λίγο” κάπνισμα, όπως δεν υπάρχει “πολύ” και “λίγο” έγκυος! Όλοι είναι καπνιστές και διατρέχουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο (ακόμη και σ’ αυτούς που δεν έχει συμπληρωθεί ένα έτος από τη διακοπή). Δεν έχει γίνει ποτέ κλινική μελέτη που να συσχετίζει την “ποσότητα” του καπνίσματος με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, ακριβώς γιατί το κάπνισμα δεν μπορεί να μετρηθεί. Και τελικά (όπως συνηθίζω να λέω στους ασθενείς μου), κανένας δεν γύρισε από τον άλλο κόσμο λέγοντάς μας ότι “έκαναν λάθος, γύρισα πίσω γιατί κάπνιζα λίγο”! Από την άλλη μεριά, αν όντως καπνίζεις 2-3 τσιγάρα, το πιο πιθανό είναι ότι δεν έχεις καμιά σοβαρή εξάρτηση (αφού περνάς ώρες χωρίς νικοτίνη), οπότε είσαι αδικαιολόγητος που δεν το κόβεις. Αυτός που καπνίζει 2-3 πακέτα χρειάζεται βοήθεια (και να θέλει δεν μπορεί), ενώ εσύ μπορείς αλλά δεν θέλεις.


“Καπνίζω γιατί έχω άγχος”

Το άγχος κατά την Ψυχιατρική, οφείλεται στον υποσυνείδητο φόβο του θανάτου. Η παραπάνω φράση λοιπόν μεταφράζεται ως εξής: “αυτοκτονώ γιατί φοβάμαι μην πεθάνω!”


“Το κάπνισμα μου διώχνει το άγχος”

Η πιο ευτυχισμένη και ανέμελη περίοδος της ζωής σου, περίοδος που δεν ήξερες καν τι είναι άγχος, είναι όταν δεν κάπνιζες – η παιδική ηλικία!


“Δεν θέλω να κόψω το κάπνισμα γιατί δεν θέλω να βάλω κιλά”

Αν και είναι αλήθεια, παρόλα αυτά από πλευράς καρδιαγγειακού κινδύνου καλύτερα χοντρός και άκαπνος, παρά λεπτός και καπνιστής. Οι επιπτώσεις της παχυσαρκίας (διαβήτης, υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία) μπορούν να ελεγχθούν με φάρμακα και επιπλέον, αφού διακοπεί το κάπνισμα, υπάρχει η επιλογή μελλοντικά να χαθούν τα περιττά κιλά. 


“Το κάπνισμα μπορώ να το κόψω όποτε θελήσω. Το έχω κόψει άλλες 4 φορές στη ζωή μου”

Η διακοπή θα πρέπει να είναι οριστική και όχι προσωρινή. Βασικό χαρακτηριστικό της διακοπής είναι η μη υποτροπή, αλλιώς δεν είναι διακοπή. Θα πρέπει αυτός που είναι αποφασισμένος να διακόψει το κάπνισμα να το κάνει με σοβαρότητα, σχέδιο και οργάνωση και όχι επιπόλαια, γιατί τότε είναι αυξημένη η πιθανότητα αποτυχίας. 

Το πρώτο που απαιτείται είναι ο ενδιαφερόμενος να πει τη μαγική φράση “θέλω να κόψω το κάπνισμα”. Δεν υπάρχει καμία μέθοδος να αφαιρεί από το μυαλό την επιθυμία για κάπνισμα. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εξάρτηση του καπνιστή (και συνεπώς η δυσκολία κατά τη διακοπή) είναι διπλή: το οργανικό σκέλος (η εξάρτηση) λόγω των υποδοχέων νικοτίνης στον εγκέφαλο που αναζητούν διαρκώς “τάισμα” – αν δεν τους ταΐσουμε δημιουργούνται συμπτώματα στέρησης (άγχος, ευερεθιστότητα, εκνευρισμός, αϋπνία) και το ψυχολογικό σκέλος (η έξη, η συνήθεια) η οποία και αντιμετωπίζεται πιο δύσκολα. Το σύνδρομο στέρησης (και συνεπώς τα συμπτώματα) διαρκούν το πολύ μέχρι 20 ημέρες. Η έξη (η συνήθεια) διαρκεί όλη τη ζωή μας – είναι η διαρκής πάλη με το κάπνισμα. Απλώς με το πέρασμα του χρόνου ξεθωριάζει, αλλά ποτέ δεν εξαφανίζεται (ο καπνιστής παραμένει καπνιστής στο μυαλό του, ακόμη και μετά από 30 χρόνια διακοπής). 

Το επόμενο βήμα λοιπόν είναι να κάνει όσο πιο “επίσημη” τη διαδικασία διακοπής – ορίζει ημερομηνία διακοπής και την ανακοινώνει στην οικογένειά του και σε όσο το δυνατόν περισσότερους γνωστούς και φίλους, ώστε όλοι τους να αποτελούν κριτές και επικριτές της προσπάθειας. Τους ενημερώνει ότι τους θέλει συμμάχους στην προσπάθεια αυτή και συνεπώς ζητά την κατανόησή τους σε τυχόν μη συμμετοχή του σε κοινές δραστηριότητες που παραπέμπουν στο κάπνισμα (έξοδος για καφέ, ποτό ή φαγητό) για κάποιο χρονικό διάστημα. Καλό θα ήταν η απόφαση να είναι κοινή σε ζευγάρια που καπνίζουν, καθώς είναι πολύ δυσκολότερο για κάποιον να κόψει το κάπνισμα όταν καπνίζει ο/η σύντροφός του. Απόπειρες του τύπου “αποφασίζω την Κυριακή το βράδυ να διακόψω το κάπνισμα από Δευτέρα χωρίς να το πω σε κανέναν και… βλέπουμε” είναι καταδικασμένες να αποτύχουν μέχρι την… Τετάρτη. Και το πρόβλημα είναι ότι κάθε αποτυχημένη προσπάθεια καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την επόμενη προσπάθεια.

Ένα σημαντικό στοιχείο που αυξάνει την πιθανότητα επιτυχίας είναι η εμπλοκή κάποιου ειδικού στη διακοπή καπνίσματος επαγγελματία υγείας (πνευμονολόγου, καρδιολόγου). Κατ’ αρχήν ο ειδικός πέρα από το να εντοπίσει αν ήδη υπάρχουν επιπλοκές του καπνίσματος στην υγεία μας, έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει την αναλογία οργανικής/ψυχολογικής εξάρτησης μέσω ειδικών ερωτηματολογίων (π.χ. καπνιστές που ανάβουν τσιγάρο αμέσως μόλις ξυπνήσουν, που καπνίζουν όταν αρρωσταίνουν ή διακόπτουν ταξίδι 2-3 ωρών για να καπνίσουν έχουν ισχυρότερη οργανική εξάρτηση) και μ’ αυτόν τον τρόπο να σχεδιάσουν ένα πιο κατάλληλο πρόγραμμα διακοπής, ενδεχομένως με την ορθολογική χρήση σκευασμάτων νικοτίνης (τσίχλες, αυτοκόλλητα ή ηλεκτρονικό τσιγάρο) ή φαρμάκων, σε κάθε περίπτωση όμως συγκεκριμένης διάρκειας, όσο διαρκεί το σύνδρομο στέρησης. Επιπλέον, ο ειδικός είναι σύμβουλος στις δύσκολες στιγμές και αποτελεί κριτή της πορείας της διακοπής. Αυτό είναι πολύ αποτελεσματικό στην πάλη με “χρόνια πάθη” όπως είναι το κάπνισμα, τα ναρκωτικά, το αλκοόλ ή ακόμη και το φαγητό, το να έχω δηλαδή ένα σύμμαχο, τον οποίο όμως θα πρέπει υποχρεωτικά να αμείβω – η αμοιβή λειτουργεί και αυτή θεραπευτικά. Γενικώς, πρέπει εκτός από τη θέληση του καπνιστή να διακόψει το τσιγάρο να δημιουργηθούν κι άλλα κίνητρα που θα τον αποτρέψουν από την υποτροπή (οικονομικό, περιφρόνηση από τους οικείους κλπ). 

Τέλος, και αφού κάποιος ολοκληρώσει το πρώτο χρονικό διάστημα της αντιμετώπισης του συνδρόμου στέρησης, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για την πρώτη παγίδα που είναι η “ψευδαίσθηση” ότι “τα έχω καταφέρει, άρα μπορώ να κάνω ένα τσιγάρο, έτσι για το κέφι μου, και μετά δεν θα ξανακαπνίσω”. Αυτό συνιστά ολοκληρωτική υποτροπή – επιστροφή στο σημείο μηδέν. Το κάπνισμα δεν είναι σαν τη δίαιτα κατά την οποία μπορώ να κάνω προσωρινή διακοπή και να συνεχίσω από το σημείο που σταμάτησα. Στο κάπνισμα, οι ίδιες αφορμές που με οδήγησαν να ανάψω μία φορά τσιγάρο θα ισχύουν και τη επόμενη και την μεθεπόμενη ημέρα. Για όλους αυτούς τους λόγους γίνεται κατανοητό ότι η “σταδιακή” διακοπή που σχεδιάζουν κάποιοι είναι καταδικασμένη σχεδόν πάντα να αποτυγχάνει.


“Δεν καπνίζω… ατμίζω”

Αυτή είναι φράση που ολοένα και περισσότερο ακούω τελευταία με την προώθηση προϊόντων καπνού που δεν κάνουν πλήρη καύση ή ακόμη και προϊόντων ηλεκτρονικού τσιγάρου. Η προώθηση αυτή έχει υποστηριχτεί από μια αμφιλεγόμενης επιστημονικότητας επιχειρηματολογία σύμφωνα με την οποία τα προϊόντα αυτά παρέχουν μεγαλύτερη ασφάλεια. Χωρίς να θέλω να είμαι απορριπτικός, θεωρώ ότι τα επιστημονικά δεδομένα δεν είναι επαρκή και δεν θα μπορούσαν να είναι καθώς οι επιδράσεις αυτών των προϊόντων στην υγεία είναι μακροχρόνιες και συνεπώς μετά από πολλά χρόνια θα αποκαλυφθεί ο πλήρης ρόλος τους. Το ίδιο είχε συμβεί και με το κάπνισμα, όταν για πάρα πολλές δεκαετίες όχι μόνο δεν γνωρίζαμε τις βλαβερές επιδράσεις του, αλλά προωθούνταν με κάθε ευκαιρία ως νέα τάση και μόδα. Ακόμη όμως και αν αποδειχθεί ότι είναι όντως ακίνδυνα, δεν μπορώ να συναινέσω στην χρησιμοποίησή τους, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν θα μπορούσα να χαρώ αν ο γιος μου έκοβε την ηρωίνη και έμενε κολλημένος στην μεθαδώνη. Επιτυχία είναι όταν δεν έχω ανάγκη από καμία ουσία για να νοιώσω πλήρης και ικανοποιημένος.

Διαβάστε το 3ο μέρος:
Μύθοι και Πραγματικότητες: ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

Μύθοι και Πραγματικότητες – Μέρος 1ο: KAΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΗ ΠΡΟΛΗΨΗ

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Ξεκινώντας λοιπόν το έργο της καταγραφής των κακών πρακτικών και αντιλήψεων, θα ήθελα να εξηγήσω τη δομή των άρθρων που θα προσπαθήσουν να καλύψουν σχεδόν όλους τους βασικούς τομείς της Καρδιολογίας. Τον κάθε “μύθο”, όπως διατυπώνεται αυτολεξεί από τους ασθενείς μου, ακολουθεί η “πραγματικότητα”, η απάντηση δηλαδή και η επεξήγηση, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Είμαι σίγουρος ότι πολλές από αυτές τις φράσεις θα σας φανούν οικείες!


“Γιατρέ ήρθα για ένα καρδιογράφημα γιατί πολλά ακούμε τελευταία…”

Το ηλεκτροκαρδιογράφημα είναι μια βασική εξέταση στην καρδιολογία με την οποία αποκτούμε αρκετές πληροφορίες για την καρδιακή λειτουργία. Είναι αναντικατάστατη όταν διενεργείται τη στιγμή που ο ασθενής έχει καρδιολογικά συμπτώματα (πόνο στο στήθος, αίσθημα παλμών), όμως δεν εξαντλείται όλη η καρδιολογία σε ένα καρδιογράφημα, οπότε ο βασικός καρδιολογικός έλεγχος θα πρέπει να περιλαμβάνει εκτός από το ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχοκαρδιογράφημα και σε ορισμένες περιπτώσεις δοκιμασία κόπωσης.


“Εγώ πηγαίνω κάθε χρόνο στον καρδιολόγο μου, κάνω το check-up μου, οπότε δεν κινδυνεύω”

Είναι πολύ καλό να εξεταζόμαστε προληπτικά στον Καρδιολόγο, αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό για να αποτρέψουμε την εμφάνιση ενός καρδιαγγειακού επεισοδίου (έμφραγμα, εγκεφαλικό ή ακόμη και αιφνίδιο θάνατο). Στην καρδιολογία χρησιμοποιούμε την έννοια του καρδιαγγειακού κινδύνου, που είναι η πιθανότητα που έχει ο καθένας να έχει κάποιο καρδιαγγειακό επεισόδιο μέσα στην επόμενη δεκαετία, ο οποίος πρέπει να υπολογίζεται σε κάθε επίσκεψη στον Καρδιολόγο. Η προσπάθεια για μείωση αυτού του κινδύνου είναι που θωρακίζει τον ασθενή. Για να γίνει κατανοητός ο καρδιαγγειακός κίνδυνος το παρομοιάζω με τον κίνδυνο των τροχαίων ατυχημάτων και την εξέταση στον καρδιολόγο με το ετήσιο service των αυτοκινήτων. Όπως η πιθανότητα να τρακάρουμε, ελάχιστα εξαρτάται από το service (πόσο καλό service κάναμε ή πόσο καλός ήταν ο μηχανικός) αλλά εξαρτάται από την υπερβολική ταχύτητα, τη χρήση ζώνης ασφαλείας, την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ή τη χρήση κινητού, έτσι και η πιθανότητα καρδιαγγειακού συμβάντος ελάχιστα επηρεάζεται από την καρδιολογική εξέταση και τον καρδιολόγο.


“Γιατρέ φοβάμαι μην πάθω έμφραγμα γιατί αφενός έπαθε και ο πατέρας μου και αφετέρου έχω πολύ άγχος”

Η κληρονομικότητα και το άγχος δεν συγκαταλέγονται στους κύριους παράγοντες κινδύνου. Οι κύριοι παράγοντες κινδύνου είναι το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, η αρτηριακή υπέρταση και η αυξημένη χοληστερίνη. Αυτοί οι τέσσερις παράγοντες σε συνδυασμό με την ηλικία και το φύλο συνδιαμορφώνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αν ο πατέρας μου για παράδειγμα ήταν καπνιστής και πέθανε από έμφραγμα στα 50 του, δεν σημαίνει ότι κι εγώ θα έχω την ίδια τύχη εφόσον δεν καπνίζω. Η κληρονομικότητα λοιπόν είναι σημαντική όταν δεν εξηγείται το συμβάν από τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι ερμηνεύουν τη συντριπτική πλειοψηφία των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Ομοίως, το άγχος από μόνο του (χωρίς τη συμμετοχή των κύριων παραγόντων) σπανίως προκαλεί καρδιαγγειακό συμβάν.


“Ανησυχώ για το σύζυγό μου γιατί έχει παραπανίσια κιλά”

Η παχυσαρκία δεν συγκαταλέγεται στους κύριους παράγοντες κινδύνου, συνδυάζεται όμως πιο συχνά με υπέρταση, διαβήτη ή αυξημένη χοληστερίνη. Η συνύπαρξη δε κεντρικού τύπου παχυσαρκίας (αυξημένης δηλαδή περιφέρειας μέσης), σακχαρώδη διαβήτη (ή διαταραχής ανοχής γλυκόζης που είναι προστάδιο διαβήτη) και υπέρτασης ή δυσλιπιδαιμίας συνιστά το λεγόμενο μεταβολικό σύνδρομο, το οποίο ανεβάζει πάρα πολύ τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και στο οποίο κεντρικό ρόλο παίζει το σωματικό λίπος, του οποίου η μείωση θα πρέπει να αποτελεί και θεραπευτικό στόχο.Όμως, αν ένας παχύσαρκος δεν έχει κανέναν από τους κλασικούς παράγοντες, δεν έχει ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο.


“Ο σύζυγός μου έπαθε έμφραγμα στα καλά καθούμενα. Τίποτα δεν είχε πριν. Ήταν μια χαρά”

Όντως, μπορεί να μη είχε κανένα σύμπτωμα (όπως και δεν υπάρχει κανένα σύμπτωμα σ αυτόν που πρόκειται να τρακάρει). Όμως είχε κάποιον ή κάποιους από τους παράγοντες κινδύνου. Άρα “τίποτα δεν αισθανόταν”, όχι “τίποτα δεν είχε”. Είναι πάρα πολύ σπάνιο (έως απίθανο) να πάθει κάποιος έμφραγμα ή εγκεφαλικό χωρίς κανέναν παράγοντα κινδύνου. Απλώς, σαφείς παθολογικές καταστάσεις, όπως το κάπνισμα, παραγνωρίζονται επειδή είναι τόσο συχνές που έφτασαν στο σημείο να θεωρούνται φυσιολογικές (αν σκεφτεί κανείς όλους τους γνωστούς του, ιδιαίτερα νέους, που υπέστησαν κάποιο καρδιαγγειακό επεισόδιο, σπανίως θα βρει κάποιον μη καπνιστή ανάμεσά τους). Επιπλέον, κανένας από τους παράγοντες κινδύνου δεν έχει συμπτώματα, οπότε παρατηρείται το φαινόμενο να κυκλοφορούν γύρω μας “ανέμελες ωρολογιακές βόμβες”.


“Αφού έβγαλα το test κοπώσεως, δεν κινδυνεύω από έμφραγμα”

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η δοκιμασία κοπώσεως  μπορεί να είναι όντως φυσιολογική, αλλά ο καρδιαγγειακός κίνδυνος να είναι αυξημένος. Ο υπολογισμός του καρδιαγγειακού κινδύνου γίνεται με ένα κλινικό εργαλείο, το HEARTSCORE. Το HEARTSCORE δημιουργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία (ESC) αξιοποιώντας τεράστιο όγκο επιδημιολογικών δεδομένων, και μάλιστα είναι προσαρμοσμένο σε κάθε κράτος ξεχωριστά. Σύμφωνα μ’ αυτό, ένας 65χρονος π.χ. καπνιστής, με ήπια αρτηριακή υπέρταση (150mmHg) και αυξημένη χοληστερίνη (250mg/dL), μπορεί να τα πήγε καλά στη δοκιμασία κόπωσης (και μπορεί ακόμη και να καυχιέται για τα χιλιόμετρα που περπατάει ή για τα στρέμματα που καλλιεργεί), έχει όμως  25% κίνδυνο θανάτου και 75% κίνδυνο καρδιαγγειακού επεισοδίου μέσα στην επόμενη δεκαετία (όχι σε δέκα χρόνια, αλλά από τώρα έως και δέκα χρόνια μετά). Δηλαδή, μόνο 1 στους 4 με αυτό το προφίλ θα φτάσει στη δεκαετία χωρίς να του έχει συμβεί κάτι (θάνατος ή καρδιαγγειακό επεισόδιο). Δυστυχώς, ο άντρας με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ο μέσος θαμώνας του ελληνικού καφενείου. Ο συγκεκριμένος ασθενής, με τη διακοπή καπνίσματος και τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της χοληστερίνης του, μπορεί να κατεβάσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο έως και 5% για θάνατο και 15% για καρδιαγγειακό επεισόδιο.


“Σιγά ρε γιατρέ, είμαι 45 χρονών και έχω κίνδυνο 5%… χαμηλός μου φαίνεται!”

Τίποτε στη φύση, δεν βάζει έναν 45χρονο σε κίνδυνο 5% για θάνατο στη δεκαετία, ούτε η εργασία (όσο επικίνδυνη κι αν είναι), ούτε τα τροχαία ατυχήματα, ούτε τα αεροπορικά ταξίδια. Ούτε ακόμη και τα extreme sports. Για να καταλάβουν τέτοιοι ασθενείς μου τι σημαίνει στην πράξη κίνδυνος θανάτου 5% στη δεκαετία τους υποβάλλω στο εξής τεστ: τους προκαλώ να μου απαντήσουν αν θα “τραβούσαν” τη σκανδάλη σε ένα 20σφαιρο περίστροφο το οποίο έχει μία σφαίρα μέσα και θα ήταν καλυμμένοι για μια δεκαετία. Κανένας, φυσικά, δεν το τολμάει. 


“Γιατρέ ήρθα να μου ρυθμίσεις την πίεση, μην πάθω κανένα εγκεφαλικό. Για τη χοληστερίνη δεν θέλω να πάρω φάρμακα, ούτε θέλω να κόψω το κάπνισμα”

Σ’ αυτόν τον ασθενή, αν ρυθμίσω μόνο την πίεση και δεν διορθώσω τους υπόλοιπους παράγοντες, το πιο πιθανό είναι ότι πάλι θα πάθει εγκεφαλικό, αλλά με καλή πίεση. Αυτό που θα πρέπει να ενδιαφέρει σε κάθε θεραπευτική παρέμβαση είναι η μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου αντί για τη μείωση μεμονωμένα του κάθε παράγοντα. Όταν κάποιος βρίσκεται σε ένα αυτοκίνητο που κινείται με 200Km/h, δεν φοράει ζώνη ασφαλείας και οδηγεί μεθυσμένος, δεν θα σωθεί αν μόνο βάλει ζώνη ασφαλείας. Στο προηγούμενο παράδειγμα του 65άρη άνδρα με υπέρταση και αυξημένη χοληστερίνη, σύμφωνα με το HEARTSCORE, η μείωση της αρτηριακής πίεσης στα 130mmHg κατεβάζει τον κίνδυνο θανάτου στο 18% (από 25%), ενώ η διακοπή καπνίσματος (χωρίς ρύθμιση της πίεσης) κατεβάζει τον κίνδυνο στο 13%. Γενικώς, το κάπνισμα πάντα διπλασιάζει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο θανάτου, οπότε αυτό τον καθιστά έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου. Μόνο αν έχω πολύ σοβαρή υπέρταση (>180mmHg) ή πολύ αυξημένη χοληστερίνη (>300mg/dL) το κάπνισμα περνάει σε δεύτερη μοίρα. Κατά όμοιο τρόπο, μια νέα γυναίκα 35 ετών, μη καπνίστρια, με καλή πίεση και με ήπια αύξηση της χοληστερίνης (220mg/dL), δεν ωφελείται σχεδόν καθόλου από τη χορήγηση φαρμάκου για τη χοληστερίνη (κίνδυνος 0,2%, έναντι κινδύνου 0,1%). Στη σύγχρονη καρδιολογία “θεραπεύουμε” κίνδυνο και όχι εργαστηριακές τιμές.


“Δεν τα πιστεύω αυτά. Εγώ ξέρω κάποιον που καπνίζει σαν φουγάρο, έχει ζάχαρο, χοληστερίνη και πίεση και είναι 90 χρονών χωρίς να έχει πάθει τίποτα”

Κι εγώ ξέρω κάποιον που τρέχει με 200, δεν φοράει ζώνη, μιλάει στο κινητό και περνάει με κόκκινο και δεν τράκαρε ακόμη! Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι θα πρέπει οδηγούμε έτσι. Στην Ιατρική δεν ισχύει το 1+1=2. Όλα είναι θέμα στατιστικής. Το ότι κάποιος γνωρίζει την “εξαίρεση”, δεν σημαίνει ότι αυτό γίνεται κανόνας. Πολύ συχνά, αναφέρω σε τέτοιους ασθενείς μου την εξής ιστορία: “πριν 15 χρόνια, συνάντησα έναν ασθενή 75 ετών, καπνιστή 3 πακέτων την ημέρα, αρρύθμιστο διαβητικό, με πίεση 180mmHg και χοληστερίνη 300mg/dL, που είχε πεντακάθαρες στεφανιαίες αρτηρίες στη στεφανιογραφία…”. Στο σημείο αυτό όλοι με διακόπτουν και μου λένε: “να γιατρέ, βλέπεις;”. Και συνεχίζω: “…γιατί όμως τον θυμάμαι μέχρι και σήμερα; – γιατί είναι ένας και μοναδικός! Στο ίδιο χρονικό διάστημα, έχω δει εκατοντάδες ανθρώπους με αυτό το προφίλ να παθαίνουν ή να… πεθαίνουν!”. Και τελικά, αφού συμβεί το κακό για τον καθένα, δεν υπάρχει κάπου να διαμαρτυρηθείς γιατί συνέβη σε σένα και όχι σε εκείνον!!!


“Γιατρέ, τι άλλη εξέταση μπορώ να κάνω για να μην πάθω έμφραγμα;”

Στον υπολογισμό του καρδιαγγειακού κινδύνου με το HEARTSCORE δεν περιλαμβάνονται οι παράμετροι “ πότε εξετάστηκες”, “πόσο καλός είναι ο γιατρός που σε εξέτασε” ή “σε τι εξετάσεις σε υπέβαλλε”, καθώς δεν παίζουν κανένα απολύτως ρόλο. Είναι σαν να λέμε, ότι αν κάνεις πολύ καλό και διεξοδικό service στο αυτοκίνητό σου από καλό μηχανικό, δεν θα τρακάρεις! Υπάρχουν ασθενείς που υποβλήθηκαν σε στεφανιογραφία (που είναι η κατ’ εξοχήν εξέταση που μας δείχνει αν είναι βουλωμένες οι στεφανιαίες αρτηρίες), ήταν φυσιολογική ή είχαν ελάχιστες μικροστενώσεις και παρόλα αυτά έπαθαν έμφραγμα σε 6 μήνες ή 1 χρόνο, επειδή δεν μείωσαν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Οι στενώσεις των αρτηριών που ονομάζονται αθηρωματικές πλάκες, είναι σαν ηφαίστεια – η ενεργότητά τους και ο κίνδυνος να εκραγούν δεν έχει σχέση με το ύψος τους!


“Μια ασπιρίνη την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα!”

Η ασπιρίνη είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην Καρδιολογία, καθώς είναι ένα αντιαιμοπεταλιακό (φάρμακο δηλαδή που δεν επιτρέπει στα αιμοπετάλια να συγκολλώνται μεταξύ τους) με αποτέλεσμα να εμποδίζει την πήξη του αίματος. Από επιδημιολογικές μελέτες της δεκαετίας του ΄70 έδειξε ότι μειώνει τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού. Αμέσως, χαρακτηρίστηκε ως “το φάρμακο του αιώνα” και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις υπήρξε ένας παροξυσμός στη χορήγησή της με αποτέλεσμα να παίρνουν ασπιρίνη σχεδόν όλοι. Αυτό όμως δεν είναι σωστό, καθώς σαν φάρμακο που είναι έχει και παρενέργειες, με κυριότερες τις αιμορραγίες (και κυρίως τη γαστρορραγία). Έτσι, λοιπόν, σχεδιάστηκαν μεγάλες προοπτικές μελέτες για να απαντηθεί πιο διεξοδικά το ποιοι ακριβώς ωφελούνται από τη λήψη της. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών έδειξαν ότι πραγματικό όφελος (που αντισταθμίζει τον κίνδυνο παρενεργειών) έχουν οι ασθενείς υψηλού κινδύνου (είτε δηλαδή άτομα με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο όπως αυτός υπολογίζεται από το HEARTSCORE, είτε ασθενείς που κάνουν δευτερογενή πρόληψη – ασθενείς δηλαδή που είχαν κάποιο καρδιαγγειακό συμβάν και θέλουν να προφυλαχθούν από νέο). Σε όλους τους υπόλοιπους, η ασπιρίνη δεν έχει καμία θέση, καθώς οι κίνδυνοι από τη χορήγησή της είναι μεγαλύτεροι από την πιθανή προστατευτική της δράση. Εξάλλου, αν ήταν φάρμακο για όλους, πρώτα θα τη χορηγούσαμε… στα παιδιά μας (όπως χαρακτηριστικά απαντώ όταν ακούω την παραπάνω φράση)!


Διαβάστε το 2ο μέρος:
Μύθοι και Πραγματικότητες – Kάπνισμα

Παραπληροφόρηση και «Fake News» στα Καρδιαγγειακά Νοσήματα – Η «επιδημία» της ημιμάθειας

Του Φλώρου Δημήτρη
Καρδιολόγου
Διδάκτορα Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ

Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να ασχολούμαι με την Καρδιολογία, πριν από είκοσι χρόνια, το άγχος μου ήταν το πώς θα έχω σωστές διαγνώσεις και το πώς θα μπορούσα να βοηθήσω τους ασθενείς μου. Νόμιζα ότι είχα να παλέψω κυρίως με τις ασθένειες και τον θάνατο. Πολύ γρήγορα, όμως διαπίστωσα ότι όσο επικίνδυνη για την δημόσια υγεία είναι η ασθένεια, άλλο τόσο σημαντική (ίσως και περισσότερο) είναι η παραπληροφόρηση σχετικά με τις ασθένειες αυτές, καθώς είτε οπλίζει τους ασθενείς με την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν, προχωρώντας σε θεραπευτικές ενέργειες και ιατρικές πράξεις που σε κάποιες περιπτώσεις είναι επικίνδυνες για τη ζωή τους, είτε τους κάνει να επαναπαύονται και να μην μπορούν να αναγνωρίσουν τους πραγματικούς κινδύνους. Έτσι, πολύ γρήγορα βρέθηκα να παλεύω με την παραπληροφόρηση και τις κακές πρακτικές, οι οποίες αποδείχθηκαν πιο σκληρός αντίπαλος από αυτήν καθαυτή την ασθένεια. Κι αυτό γιατί οι κακές αντιλήψεις και πρακτικές είναι τόσο βαθιά ριζωμένες και απλωμένες στην κοινωνία (ιδιαίτερα στην ελληνική), που πολύ δύσκολα αλλάζουν και ξεριζώνονται.

Από την αρχή της σταδιοδρομίας μου προσπαθούσα και ακόμη προσπαθώ να εξηγήσω στους ασθενείς μου τα λάθη και να τους οδηγήσω στη σωστή προσέγγιση, αλλά ταυτόχρονα οραματιζόμουν και προσπαθούσα να σκεφτώ τρόπους πιο μαζικής ενημέρωσης του κοινού. Πολλοί ασθενείς αντιστέκονται και μου λένε «γιατρέ δεν θέλω να γίνω καρδιολόγος». Τους απαντώ ότι μέσω σωστής ενημέρωσης γίνεται πιο εύκολη η δική μου καθημερινή δουλειά και μπορώ να επιτύχω καλύτερα αποτελέσματα στην υγεία των ασθενών μου. Ή ακόμη ότι αναγκαστικά πρέπει να έχεις κάποιες βασικές γνώσεις όταν χειρίζεσαι ιατρικά εργαλεία όπως είναι το πιεσόμετρο. Όμως, κυρίως η έλλειψη χρόνου, ανέβαλλε το έργο της καταγραφής και της διόρθωσης όλων των κακών πρακτικών και αντιλήψεων. Η πανδημία του κορωνοϊού και η απομόνωση στο σπίτι αφενός μου χάρισε αρκετό χρόνο για να ασχοληθώ με το έργο αυτό και αφετέρου ανέδειξε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα όπως διαπιστώνω καθημερινά μέσα από τα τηλεφωνήματα που δέχομαι.

Προσπαθώντας να αναλύσω τις αιτίες του προβλήματος (χωρίς να θέλω να το παίξω ειδικός αναλυτής ή κοινωνιολόγος, αλλά μόνο μεταφέροντας την κλινική εμπειρία μου), θεωρώ ότι οφείλεται σε ένα συνδυασμό παραγόντων. Ένας παράγοντας είναι ότι οι αρχές του Διαφωτισμού και της επιστημονικής σκέψης που έδωσαν τέλος στις μεσαιωνικές αντιλήψεις, άργησαν λόγω Τουρκοκρατίας να φτάσουν πάρα πολύ στον ελληνικό χώρο (κάποιες περιοχές της χώρας μας απελευθερώθηκαν μόλις πριν από 100 χρόνια). Στο Μεσαίωνα λοιπόν, η υγεία εξαρτιόταν από πλανόδιους πραματευτές που πουλούσαν ελιξήρια και μυστικά μακροζωίας. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα απαντάται αυτή η πρακτική από ορισμένους, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η μετάδοση της πληροφορίας πλέον είναι ταχύτερη από την ταχύτητα του φωτός. Συνεπώς, δεν υπάρχει κρυφή γνώση ή προνόμιο στην κατάκτησή της. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να ξέρει κάποιος κάτι και να μην το ξέρουν και μερικά εκατομμύρια ανθρώπων ακόμη. Όμως, η νοοτροπία αυτή υπάρχει και συνιστά πρόσφορο έδαφος για ανάπτυξη ψευδών πληροφοριών και υιοθέτηση αμφιλεγόμενων απόψεων ως «αυθεντικές».

Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να παρατεθούν κάποιες πληροφορίες για το πώς καθιερώνεται σήμερα η ιατρική πρακτική και η ιατρική γνώση σε τέτοιο βαθμό ώστε να ασκείται ενιαία σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Εδώ και μερικές δεκαετίες ασκείται η ιατρική βασισμένη σε αποδείξεις. Δηλαδή, εξάγονται ορισμένες «αλήθειες» μέσα από διενέργεια και ανάλυση μεγάλων μελετών (δηλαδή πειραμάτων), τα οποία στη συνέχεια επεξεργάζονται ομάδες επιστημόνων (ομάδες εργασίας) καταξιωμένων στα διάφορα επιμέρους ιατρικά πεδία, ειδικότητες και εξειδικεύσεις και εκδίδουν τις περίφημες κατευθυντήριες οδηγίες. Για παράδειγμα, υπάρχει ομάδα εργασίας καρδιακής ανεπάρκειας, η οποία αποτελεί τμήμα της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας, η οποία εκδίδει περιοδικά κατευθυντήριες οδηγίες για την καρδιακή ανεπάρκεια. Το ίδιο συμβαίνει και για τις άλλες ομάδες εργασίας της Καρδιολογίας, αλλά και όλων των ιατρικών ειδικοτήτων. Με αυτό τον τρόπο η άσκηση της ιατρικής είναι ομοιόμορφη, ίδια και ενιαία σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης (τα ίδια πράγματα θα πρέπει να σου πει ένας καρδιολόγος στην Αλεξανδρούπολη με έναν καρδιολόγο στην Στοκχόλμη). Προϋπόθεση για αυτό είναι ΟΛΟΙ οι γιατροί να εναρμονίζονται με τις κατευθυντήριες οδηγίες. Έτσι λοιπόν, ο σύγχρονος ιατρός πρέπει να χρησιμοποιεί τη φράση «τα δεδομένα λένε» και όχι τη φράση «εγώ νομίζω». Δεν υπάρχει το «εγώ νομίζω», ακόμη κι αν μιλάει κάποιος πολύ έμπειρος, καθώς σε καμία περίπτωση η προσωπική εμπειρία δεν είναι ανώτερη των χιλιάδων δεδομένων από τις διάφορες κλινικές έρευνες. Η διευκρίνηση αυτή είναι απαραίτητη και θα πρέπει οι ασθενείς να αναζητούν την μία και μοναδική ιατρική αλήθεια γνωρίζοντας και θεωρώντας δεδομένο ότι όπως σε κάθε επάγγελμα και στην Ιατρική δεν είναι όλοι οι γιατροί το ίδιο καλά καταρτισμένοι και διαβασμένοι. Ένα ακόμη πρόβλημα που σχετίζεται με αυτό το θέμα είναι ότι ο ασθενής έχει την τάση να υιοθετεί την άποψη που τον συμφέρει και όχι τη σωστή (π.χ. «ρώτησα τέσσερις καρδιολόγους για το αν πρέπει να χειρουργηθώ για την βαλβίδα μου, οι τρεις είπαν ναι αλλά ο ένας είπε όχι, οπότε λέω να ακολουθήσω την οδηγία του ενός»).

Ένας δεύτερος παράγοντας που συμβάλλει στην παραπληροφόρηση και στην ημιμάθεια είναι ότι η ιατρική επιστήμη είναι από τη φύση της γοητευτική, γι αυτό και αποτελεί προσφιλές αντικείμενο συζήτησης σε παρέες, φίλους και συναθροίσεις, κάτι που δεν συμβαίνει με άλλες επιστήμες, όπως η νομική, η φυσική ή η… αστροφυσική. Σπανίως κάποιος που δεν είναι δικηγόρος θα έχει άποψη για τα νομικά, αλλά για την ιατρική έχουν όλοι άποψη. Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση σε ιατρικά συγγράμματα και διαβάζοντας να νομίζει ότι μαθαίνει κιόλας ή γίνεται γιατρός. Υπάρχει όμως το εξής πρόβλημα, το οποίο μπορούν να το βεβαιώσουν όλοι οι γιατροί. Στην αρχή της καριέρας μας, με τις πρώτες πληροφορίες που αποκτούσαμε διαβάζοντας, ταυτόχρονα νομίζαμε ότι πάσχουμε από την αντίστοιχη πάθηση! Θυμάμαι έναν συμφοιτητή μου να «έχει νοσήσει» από όλες τις θανατηφόρες παθήσεις της Ιατρικής (από λευχαιμία όταν διάβαζε Αιματολογία, από έμφραγμα όταν διάβαζε Καρδιολογία, από καρκίνο του προστάτη όταν διάβαζε Ουρολογία κ.ο.κ.). Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο διάβασμα και στην άσκηση της ιατρικής. Η άσκηση της ιατρικής και η ικανότητα για διάγνωση είναι μια σύνθετη διαδικασία που προϋποθέτει πρώτα τη βαθιά γνώση της φυσιολογίας (της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού) και προκύπτει από το συνδυασμό γνώσης, αλλά και συνδυαστικής σκέψης, εμπειρίας, καθώς και γνώσης άλλων επιστημών (π.χ. στατιστικής). Αν κάποιος διαβάσει για παράδειγμα ότι κάποια από τα συμπτώματα του καρκίνου του πνεύμονα είναι πυρετός, βήχας και δύσπνοια, τότε κάθε φορά που θα νοσεί από μια απλή ίωση θα φοβάται ότι έχει καρκίνο του πνεύμονα, καθώς τα συμπτώματα είναι κοινά. Ένα άλλο παράδειγμα που δείχνει τις παγίδες που κρύβει η στατιστική (η οποία είναι κομβική στην Ιατρική επιστήμη) είναι το εξής: αν κάποιος κάνει μια έρευνα για το πόσα …αυτιά έχουν οι άνθρωποι που πέρασαν έμφραγμα, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό είναι 100%. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όποιος έχει δύο αυτιά θα πάθει έμφραγμα! Αυτή είναι και η εξήγηση γιατί η ιατρική δεν πρόκειται ποτέ να υποκατασταθεί από υπολογιστές.

Ο σημαντικότερος όμως παράγοντας που ευνοεί την άνθηση της παραπληροφόρησης, ιδίως στα καρδιαγγειακά νοσήματα, και προκαλεί εμπόδια στην ορθή άσκηση της ιατρικής πράξης είναι το άγχος για την υγεία μας και ο φόβος του θανάτου. Η Ψυχιατρική λέει ότι το άγχος (με όποια μορφή κι αν εκδηλώνεται) έχει μία και μοναδική αιτία – τον υποσυνείδητο φόβο του θανάτου, ο οποίος παρομοιάζεται με μια φωτιά που σιγοκαίει. Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, κατά τα οποία δεν έχουμε επίγνωση της θνητότητας, ο φόβος αυτός είναι άγνωστος. Με τις πρώτες μας επαφές με το θάνατο (θάνατος του παππού ή της γιαγιάς ή θάνατος ενός κατοικίδιου), αρχίζει και σιγοκαίει αυτός ο φόβος, ο οποίος απωθείται επιτυχώς στο υποσυνείδητο για μεγάλα χρονικά διαστήματα της ζωής μας. Διάφορα γεγονότα μπορούν να ξυπνήσουν αυτό το φόβο, να τον ανασύρουν από τα βάθη του υποσυνείδητου και να προκαλέσουν τη λεγόμενη σωματοποίηση, την ύπαρξη δηλαδή πραγματικών συμπτωμάτων, των οποίων η αιτία είναι ψυχική και όχι σωματική. Οι αφορμές για να ξυπνήσει αυτό το «τέρας» είναι η απώλεια ή η ασθένεια αγαπημένου προσώπου, η δική μας ασθένεια, η συνταξιοδότηση, η φυγή των παιδιών από το σπίτι για σπουδές, η απώλεια εργασίας, το διαζύγιο, η μετακόμιση και τα «στρόγγυλα γενέθλια» (40, 50, 60, 70 κοκ). Η πλειοψηφία λοιπόν αυτών των συμπτωμάτων εντοπίζεται «γύρω από την καρδιά», γιατί το υποσυνείδητό μας γνωρίζει ότι τελικά από την καρδιά μας πεθαίνουμε (όποια κι αν είναι η αιτία θανάτου). Τα τυπικά συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο στο στήθος, δύσπνοια, ταχυκαρδία, συμπτώματα δηλαδή τυπικά στην καρδιολογία, γι αυτό και όλοι αυτοί οι ασθενείς πρώτα σπεύδουν σε καρδιολόγο νομίζοντας ότι νοσεί η καρδιά τους. Ή ακόμη χειρότερα, βρίσκουν κάποιο διαθέσιμο «…όμετρο» (πιεσόμετρο, σακχαρόμετρο, κορεσιόμετρο) και χωρίς να μπορούν να ξεχωρίσουν το φυσιολογικό από το παθολογικό, αρχίζουν τις μετρήσεις και τις… θεραπείες! Όμως, αυτή η συμπεριφορά του καρδιαγγειακού συστήματος στο stress (αύξηση της αρτηριακής πίεσης, αύξηση της καρδιακής συχνότητας) είναι η φυσιολογική αντίδραση του καρδιαγγειακού συστήματος στο stress. Πολλές φορές, μιλώντας στους ασθενείς μου, για να μπορέσουν να κατανοήσουν το θέμα, κάνω την εξής παρομοίωση: αν ένα κτήριο πάρει φωτιά, τότε το φυσιολογικό είναι να χτυπήσει ο συναγερμός. Το να μετράς την πίεση και τους παλμούς σε τέτοιες συνθήκες και το να πηγαίνεις στον καρδιολόγο είναι σαν να μετράς τα decibel του συναγερμού και να καλείς τον… ηλεκτρολόγο να κλείσει τον συναγερμό, ενώ η φωτιά φουντώνει. Δυστυχώς, είναι πολύ διαδεδομένη η πρακτική «κλείνω τον συναγερμό» αντί της «κλήσης της πυροσβεστικής», που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο Ψυχίατρος-Ψυχολόγος-Νευρολόγος. Η χορήγηση λοιπόν φαρμάκων που κλείνουν τον συναγερμό, δίνουν στον ασθενή την πεποίθηση ότι πλέον είναι καρδιοπαθής (αφού παίρνει φάρμακα για την καρδιά), επιβεβαιώνεται ο αρχικός φόβος για την υγεία του και την καρδιά του και ο φαύλος κύκλος συντηρείται. Επειδή δε η φωτιά συνεχίζει και σιγοκαίει, ο ασθενής ποτέ δεν έχει οριστική ίαση, παρά μόνο προσωρινή ανακούφιση, και τελικά διαρκώς γυρίζει από καρδιολόγο σε καρδιολόγο (κάποιες φορές δοκιμάζει και πνευμονολόγους ή γαστρεντερολόγους, ειδικότητες δηλαδή που είναι «κοντά στην καρδιά»).

Συνοψίζοντας, η παραπληροφόρηση είναι πρόβλημα γενικότερο από το πεδίο της Ιατρικής στη σημερινή εποχή, όπου κυριαρχούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter, Instagram κλπ) με τα οποία αποκτούν βήμα πάσης λογής «φρούτα» και η αξιολόγηση της πληροφορίας γίνεται μια πολύπλοκή κι επίπονη διαδικασία. Όταν δε αυτό συνδυάζεται με το φόβο για τη ζωή μας ή για την υγεία μας, που δεδομένα στην Ιατρική και ιδιαίτερα στην Καρδιολογία υπάρχει, τότε δημιουργείται ένας άκρως επικίνδυνος και εκρηκτικός συνδυασμός. Ευτυχώς, ολοένα και περισσότερο εμφανίζεται ένα κύμα από ανάγκη για σωστή και έγκυρη πληροφόρηση, με όπλο την επιστημονική σκέψη και ανάλυση και τον ορθολογισμό, που εκφράζεται απόλυτα αυτές τις ημέρες στο πρόσωπο του συναδέλφου λοιμωξιολόγου κ. Τσιόδρα. Θέλοντας να συμβάλλω κι εγώ προς την κατεύθυνση αυτή, θα προσπαθήσω να καταγράψω μέσα από άρθρα που θα ακολουθήσουν, τις κακές πρακτικές και αντιλήψεις (τους «μύθους» όπως τους αποκαλώ) και να αντιπαραβάλλω την αλήθεια (την «πραγματικότητα») όπως αυτή ορίζεται από την σύγχρονη επιστημονική σκέψη και πρακτική.

Διαβάστε το 1ο μέρος:
Μύθοι και Πραγματικότητες – Καρδιαγγειακή Πρόληψη

Οδηγίες Προστασίας των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη από τον κορωνοϊό (Covid-19)

H Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία (ΕΔΕ) σε εναρμόνιση με την Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF) με στόχο την πρόληψη και την αντιμετώπιση του κορωνοϊού από τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη και των προβλημάτων που ενδεχομένως προκύψουν, προχώρησε στην έκδοση των ακόλουθων οδηγιών.

Σακχαρώδης Διαβήτης

Τα άτομα με διαβήτη είναι πιο ευάλωτα στις λοιμώξεις και έχουν 2-3 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν από τον κορωνοϊό, ανεξάρτητα από το αν συνυπάρχουν ή όχι άλλα προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με μήνυμα του Προέδρου του IDF Καθηγητή Andrew Boulton, και για λόγους άγνωστους μέχρι σήμερα, η νόσηση από τον κορωνοϊό φαίνεται ότι εξελίσσεται σχετικά ήπια στα νεότερα άτομα και ιδίως στα παιδιά με διαβήτη τύπου 1.

Σε γενικές γραμμές, παράγοντες οι οποίοι αυξάνουν τον κίνδυνο νόσησης στα άτομα με διαβήτη είναι οι κάτωθι:

  • κακή γλυκαιμική ρύθμιση (η υπεργλυκαιμία αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα)
  • μεγάλη διάρκεια του διαβήτη
  • έντονη παχυσαρκία
  • μεγάλη ηλικία
  • κάπνισμα
  • παρουσία χρόνιων επιπλοκών της νόσου (κυρίως από το καρδιαγγειακό σύστημα και τους νεφρούς)

Κορωνοϊός και Σακχαρώδης Διαβήτης

Στα τέλη του 2019, ένα νέο στέλεχος κορωνοϊού αναγνωρίστηκε ως αίτιο κρουσμάτων πνευμονίας στο Wuhan στην Κίνα. Η μετάδοση του ιού υπήρξε ραγδαία, η επιδημία εξαπλώθηκε αρχικά σε όλη την Κίνα και στη συνέχεια και σε όλες σχεδόν τις ηπείρους, λαμβάνοντας πλέον τον χαρακτηρισμό της «πανδημίας» (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, 11.03.2020).

Kοινοί Τρόποι Μετάδοσης

  1. Από το ένα άτομο στο άλλο μέσω σταγονιδίων που βγαίνουν από το στόμα με την ομιλία, τον βήχα ή το φτέρνισμα, ή κατά την σωματική επαφή (π.χ. αγκαλιάσματα, φιλιά, χειραψίες)
  2. Με το άγγιγμα μολυσμένης επιφάνειας (π.χ. τραπέζι, πόμολο πόρτας) και στη συνέχεια τα χέρια στο στόμα, τη μύτη ή τα μάτια

Ο χρόνος επιβίωσης του στις επιφάνειες είναι συνήθως περί τις 2 ώρες, αλλά μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος σε χαμηλές θερμοκρασίες και υψηλή υγρασία περιβάλλοντος (σε πάνω από 30°C ζει πολύ λιγότερο). Ο χρόνος επώασης (από την μόλυνση μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων) είναι συνήθως γύρω στις 5 ημέρες, μπορεί όμως να φθάσει και τις 14 ημέρες. Ο ιός εξουδετερώνεται στις επιφάνειες με τη χρήση αλκοολούχου (άνω του 40%) διαλύματος.

Συμπτώματα

Συνήθως πρόκειται για ήπια νόσο και το 98% όσων μολύνονται επιβιώνουν.

Από τα άτομα που νοσούν, πάνω από 80% εμφανίζουν ήπια συμπτώματα όμοια με του κοινού κρυολογήματος και μπορούν να αναρρώσουν στο σπίτι:

  • καταρροή
  • βήχας
  • πονόλαιμος
  • πονοκέφαλος
  • ανεξήγητη κούραση
  • πυρετός

Σε ποσοστό ≈14% ο ιός εισβάλει βαθύτερα στους πνεύμονες και προκαλεί πνευμονία με σοβαρότερα συμπτώματα (δύσπνοια).
Σε ποσοστό όμως ≈5% η κατάσταση μπορεί να γίνει κρίσιμη με εμφάνιση αναπνευστικής ανεπάρκειας, σήψης και ανεπάρκειας λειτουργίας όλων των ζωτικών οργάνων.

Ομάδες Υψηλού Κινδύνου

Η σοβαρότητα της νόσου είναι συνήθως μεγαλύτερη σε άτομα που έχουν και άλλα προβλήματα υγείας, συγκεκριμένα στους ηλικιωμένους και όσους πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νοσήματα των πνευμόνων, υπέρταση και διαβήτη (όπως και με την γρίπη).

Προληπτικά Μέτρα
για προφύλαξη από τον κορωνοϊό

  1. Καλή γλυκαιμική ρύθμιση
  2. Φυσική δραστηριότητα/άσκηση
  3. Επαρκής ενυδάτωση, κατανάλωση τροφών ή ροφημάτων πλούσιων σε αντιοξειδωτικά (όπως φρούτα, λαχανικά, πράσινο τσάι) και αποφυγή επεξεργασμένων τροφίμων ενισχύουν την επάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος στην άμυνα του οργανισμού
  4. Συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό ή χρήση αλκοολούχου διαλύματος ειδικά πριν το φαγητό και μετά από επίσκεψη σε δημόσιους χώρους
  5. Αποφυγή επαφών ή διατήρηση απόστασης (το λιγότερο 1 μέτρο) από ανθρώπους που έχουν συμπτώματα ή νοσούν εμφανώς. Κάλυψη της μύτης ή του στόματος με χαρτομάντιλο μιας χρήσης σε βήχα ή φτάρνισμα και στη συνέχεια απόρριψη του σε κάδο
  6. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν συστήνει τη χρήση απλής χειρουργικής μάσκας στην κοινότητα σε όσους δεν έχουν συμπτώματα αναπνευστικού, ακόμα και σε περιοχές με κρούσματα κορωνοϊού. Η χρήση μάσκας δεν μειώνει την σημασία των άλλων γενικών μέτρων πρόληψης της νόσου και μπορεί να οδηγήσει σε περιττό κόστος και προβλήματα προμηθειών
  7. Διασφάλιση ότι υπάρχει άμεση πρόσβαση στα τηλέφωνα επείγουσας επικοινωνίας σε περίπτωση ασθένειας και οι ποσότητες φαρμάκων (ιδίως ινσουλίνης) και αναλωσίμων για τον αυτοέλεγχο της γλυκόζης είναι επαρκείς, ώστε να μην χρειαστεί έξοδος από το σπίτι
  8. Περιορισμός των μη απαραίτητων επαφών και μετακινήσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου συναθροίζονται περισσότερα από 4-5 άτομα

Εάν εκδηλωθεί νόσος και παρουσιαστούν συμπτώματα (ιδιαίτερα από το αναπνευστικό):

  1. Να ενημερωθεί πρώτα ο θεράπων ιατρός πριν από την μετάβαση στο νοσοκομείο
  2. Εάν δεν είναι δυνατή η επικοινωνία με τον θεράποντα, υπάρχει η δυνατότητα επικοινωνίας με τον ΕΟΔΥ στο τετραψήφιο τηλέφωνο 1135
  3. Αν δοθούν τελικά οδηγίες παραμονής στο σπίτι, πρέπει να παρεμποδισθεί η μετάδοση του ιού σε όσους ζουν μαζί ή στους επισκέπτες
  4. Ύπνος σε διαφορετικό δωμάτιο ή ξεχωριστό κρεβάτι και τη χρήση μάσκας, σημαντικό είναι να μην μοιράζονται τα σκεύη φαγητού (κουταλάκια, μαχαιροπήρουνα κ.λπ.)
  5. Μετά το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών καλό είναι να χρησιμοποιούνται χάρτινες πετσέτες μιας χρήσης. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει να έχουν τη δική τους πετσέτα την οποία αλλάζουν όταν μουσκέψει (ο κορωνοϊός αγαπάει την υγρασία).

Όπως με όλες τις ιώσεις, στη νόσηση από τον κορωνοϊό μπορεί να παρατηρηθεί απορρύθμιση του γλυκαιμικού ελέγχου. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό, διότι αυξάνονται οι ανάγκες του οργανισμού σε ινσουλίνη και χρειάζεται κατάλληλη τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής και της διατροφής.

Γενικοί Κανόνες

  1. Επιβάλλεται επαρκής ενυδάτωση (τουλάχιστον μισό ποτήρι νερό κάθε ώρα) για την διατήρηση τόσο του κυκλοφορικού συστήματος όσο και του μεταβολισμού των κυττάρων σε καλή κατάσταση
  2. Συχνός έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης στο τριχοειδικό αίμα με τις συσκευές αυτομέτρησης και προσπάθεια διατήρησης τους σε αποδεκτά επίπεδα (80-180 mg/dl) με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού
  3. Σε άτομα με διαβήτη τύπου 1, αλλά και τύπου 2 που ρυθμίζονται με σχήματα ινσουλινοθεραπείας, απαραίτητος είναι ο έλεγχος για παρουσία κετονών στο τριχοειδικό αίμα. Η αύξηση των κετονών υποδηλώνει εκτροπή του μεταβολισμού σε καύση λίπους αντί γλυκόζης και μπορεί να οδηγήσει σε οξέωση
  4. Για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν αντιδιαβητικές αγωγές και είναι καλά ρυθμισμένοι, τα αποθέματα της ινσουλίνης στο πάγκρεας είναι σχετικά επαρκή και συνήθως δεν δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κατά τη διάρκεια οξείας νόσου. Αν στα θεραπευτικά σχήματα υπάρχουν αναστολείς SGLT2 (δαπαγλιφλοζίνη, εμπαγλιφλοζίνη, καναγλιφλοζίνη), πρέπει να διακόπτονται άμεσα με την εμφάνιση της οξείας νόσου και να ξαναρχίζουν μετά την αποδρομή της. Η κατηγορία αυτή των φαρμάκων είναι εξαιρετικά αποτελεσματική στη ρύθμιση του διαβήτη και χρησιμοποιείται πλέον ευρύτατα (συχνά στο ίδιο χάπι μαζί με τη μετφορμίνη)
  5. Οδηγίες για την αντιμετώπιση του διαβήτη στην οξεία νόσηση υπάρχουν στις «Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Διαχείριση των Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη» της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, με ελεύθερη πρόσβαση στο site (www.ede.gr)

Τέλος, εξαιρετικά σημαντικό είναι να ακολουθούνται πιστά οι οδηγίες του Υπουργείου Υγείας για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού. Η διαχείριση της νέας και δυνητικά επικίνδυνης αυτής επιδημίας, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, είναι ευθύνη όλων μας.

Ενημερωτικό Έντυπο με τις Οδηγίες της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας σε pdf.

Ενημερωθείτε περαιτέρω στον Ιστότοπο της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας www.ede.gr