Χοληστερόλη

Η χοληστερόλη είναι μία λιπαρή ουσία, η οποία αποτελεί βασικό συστατικό για τον σχηματισμό των κυτταρικών μεμβρανών. Παράγεται κυρίως στο συκώτι, ενώ ένα αρκετά μικρότερο ποσοστό είναι εξωγενούς προέλευσης, προέρχεται δηλαδή από τη διατροφή. Το γεγονός αυτό διαψεύδει ένα “μύθο” που λέει ότι η χοληστερόλη του αίματος είναι αποτέλεσμα και μόνο της διατροφής.

Η χοληστερόλη ως λιπαρή ουσία δεν αναμιγνύεται με το αίμα και έτσι προκειμένου να κυκλοφορήσει ενώνεται με πρωτεΐνες με αποτέλεσμα τη δημιουργία των λιποπρωτεϊνών. Βασικές λιποπρωτεΐνες είναι η λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL), γνωστή και ως “κακή χοληστερόλη” και η λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL), γνωστή και ως “καλή χοληστερόλη”. H λιποπρωτεϊνη χαμηλής πυκνότητας (LDL) μεταφέρει χοληστερόλη από το ήπαρ στους ιστούς (και στο σημείο της στένωσης των αρτηριών που ονομάζεται αθηρωματική πλάκα). Αντίθετα η λιποπρωτεϊνη υψηλής πυκνότητας (HDL), μεταφέρει τη χοληστερόλη από τους ιστούς (και από την αθηρωματική πλάκα) στο ήπαρ ξανά για αποβολή. Η υψηλή δηλαδή LDL (και η χαμηλή HDL) ευνοεί την εξέλιξη της αθηρωσκλήρωσης, η οποία αποτελεί το αίτιο όλων των καρδιαγγειακών συμβαμάτων (οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, νεφρική νόσος, περιφερική αρτηριοπάθεια), ενώ η χαμηλή LDL (και η υψηλή HDL) αποτρέπει την εμφάνισή της.

Ένα κλασικό, δηλαδή, λάθος στην εκτίμηση των τιμών της χοληστερόλης είναι να εξετάζουμε μόνο τις τιμές της ολικής χοληστερόλης του αίματος, χωρίς να μετράμε και να υπολογίζουμε τις τιμές της LDL και της HDL. Είναι διαφορετικό πράγμα να έχουμε υψηλή χοληστερόλη εξαιτίας αυξημένης HDL (σε αυτήν την περίπτωση ενδεχομένως δεν χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή) από το να έχουμε την ίδια τιμή χοληστερόλης με αυξημένα επίπεδα LDL.

Ένα δεύτερο λάθος που παρατηρείται στην καθημερινή κλινική πρακτική είναι ότι η πλειοψηφία των ασθενών (και σ’ αυτό φέρουν ευθύνη και οι επαγγελματίες υγείας) δεν γνωρίζουν ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές της LDL χοληστερόλης, οι οποίες είναι “εξατομικευμένες”, ανάλογα με το συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, όπως αυτός προσδιορίζεται από το ιστορικό προηγούμενου εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου, νεφρικής νόσου ή περιφερικής αρτηριοπάθειας, τα επίπεδα σακχάρου αίματος, την αρτηριακή πίεση, την ηλικία, το φύλο και το κάπνισμα. Ενδεικτικό είναι ότι σύμφωνα με τις πρόσφατες συστάσεις της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας, η LDL χοληστερόλη πρέπει να είναι 70 mg/dl ή χαμηλότερη για ασθενείς πολύ υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, 100 mg/dl ή χαμηλότερη για ασθενείς υψηλού κινδύνου και για τους υπόλοιπους ασθενείς κάτω από 130 mg/dl.

Οι τιμές αυτές είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές που μέχρι και σήμερα θεωρούνται “φυσιολογικές”, με αποτέλεσμα πάρα πολλοί ασθενείς να “νομίζουν” ότι ρυθμίζονται επειδή οι τιμές τους είναι εντός των ορίων, όπως αυτές προσδιορίζονται από τα μικροβιολογικά εργαστήρια, χωρίς αυτό να είναι αλήθεια. Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος (και άρα οι “στόχοι” για τις τιμές χοληστερίνης) για τον καθένα ξεχωριστά μπορούν να υπολογισθούνν μόνο από τον κλινικό ιατρό (Καρδιολόγο, Παθολόγο, Γενικό Ιατρό κ.ο.κ).

Τα παραπάνω αποτελούν και τις αιτίες για το γεγονός ότι παρόλο που και στη χώρα μας τα εγκεφαλικά επεισόδια και τα εμφράγματα αποτελούν δύο από τις κυριότερες αιτίες θανάτου, λιγότεροι από τους μισούς ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή έχουν καταφέρει να ρυθμίσουν τη χοληστερόλη τους σύμφωνα με τις συστάσεις των καρδιολογικών εταιρειών, τη στιγμή που σήμερα διαθέτουμε πολύ αποτελεσματικά όπλα για την αντιμετώπιση της αυξημένης LDL χοληστερόλης. Αυτά είναι οι στατίνες, οι οποίες διακόπτουν την παραγωγή της χοληστερόλης από το ήπαρ και έχουν καθιερωθεί ως “το φάρμακο του αιώνα” εξαιτίας της θεαματικής ελάττωσης του κινδύνου για καρδιαγγειακά επεισόδια και της καρδιακής και συνολικής θνησιμότητας, και η εζετιμίμπη, η οποία στοχεύει στη διακοπή της επαναπορρόφησης της χοληστερόλης από το λεπτό έντερο, έχει συμπληρωματική των στατινών δράση, και συνδυαστικά, δύναται να οδηγήσει σε δραστικότερη μείωση της LDL χοληστερόλης. Επιπλέον, αποτελεί λύση για ασθενείς με δυσανεξία στις στατίνες.

Επιβάλλεται, λοιπόν, η υπεύθυνη προσέγγιση του θέματος από όλους (ασθενείς, επαγγελματίες υγείας, φαρμακευτικές εταιρείες, πολιτεία) και η συνεργασία τους, προκειμένου να μειωθούν οι επιπτώσεις της αυξημένης LDL χοληστερόλης, οι οποίες “κοστίζουν” τόσο σε ζωές όσο και σε χρήμα.

Υπέρταση

Η υπέρταση είναι ένα πολύ συχνό νόσημα στο γενικό πληθυσμό. Πολλοί άνθρωποι λαμβάνουν ένα ή περισσότερα φάρμακα για να ρυθμίσουν την πίεσή τους. Αυτό όμως που είναι απογοητευτικό είναι το γεγονός ότι πολλοί λίγοι από αυτούς καταφέρνουν να ρυθμίσουν σωστά την πίεσή τους, με αποτέλεσμα οι επιπλοκές της ασθένειας αυτής (Αγγειακό Εγκεφαλικό Επεισόδιο, Έμφραγμα Μυοκαρδίου, Καρδιακή Ανεπάρκεια, Νεφρική Ανεπάρκεια) να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Αιτία γι’ αυτό το φαινόμενο (το οποίο είναι εντονότερο στη χώρα μας) είναι η κακή ενημέρωση σχετικά με την πάθηση αυτήν τόσο των ασθενών όσο και μεγάλης μερίδας των επαγγελματιών υγείας (γιατρών, φαρμακοποιών, νοσηλευτών), με αποτέλεσμα οι ασθενείς να καταφεύγουν σε συμβουλές και οδηγίες που λαμβάνουν από φίλους, συγγενείς, γείτονες και κάθε φύσης “αναρμόδιο” πάνω στα θέματα αυτά. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι ακριβώς να ενημερώσει και να ξεκαθαρίσει θέματα και κακές πρακτικές σχετικά με την τόσο συχνή και επικίνδυνη πάθηση που είναι η υπέρταση.

Τι είναι υπέρταση

Για να κατανοήσει κανείς τι είναι υπέρταση (το παθολογικό), πρέπει πρώτα να καταλάβει τι είναι φυσιολογικό όσον αφορά την αρτηριακή πίεση του αίματος. Καθώς η καρδιά προωθεί το αίμα μέσα στις αρτηρίες (σωληνάκια ποτίσματος των οργάνων), δημιουργούνται δύο πιέσεις μέσα σ’ αυτές: η συστολική (ή μεγάλη πίεση) όταν η καρδιά συστέλλεται (σπρώχνει αίμα μέσα στις αρτηρίες) και η διαστολική (ή μικρή πίεση ή “της καρδιάς” όπως λέει ο κόσμος, λες και η μεγάλη πίεση είναι κάποιου άλλου οργάνου???) όταν η καρδιά διαστέλλεται (γεμίζει με αίμα). Μετρώντας την πίεση με ειδικά όργανα (πιεσόμετρα) στο βραχίονα (βραχιόνιος αρτηρία), μαθαίνουμε κάθε στιγμή ποια είναι η αρτηριακή πίεση του αίματος.

Η πίεση λοιπόν αυτήν είναι διαφορετική κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, από παλμό σε παλμό, ανάλογα με τις “ανάγκες” του οργανισμού. Όταν κανείς βρίσκεται σε ηρεμία, όταν κοιμάται για παράδειγμα, η πίεση είναι στα χαμηλότερα επίπεδα. Αντίθετα, όταν εργάζεται, αθλείται, εκνευρίζεται, αγχώνεται, πονάει, τότε η πίεση ανεβαίνει σε υψηλά επίπεδα για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού. Αλίμονο αν κάποιος δεν μπορούσε να αυξήσει την πίεσή του ανάλογα με τις ανάγκες του. Τότε, σε κάθε προσπάθεια που θα κάναμε για οτιδήποτε, ο εγκέφαλός μας δεν θα μπορούσε να αιματωθεί και θα λιποθυμούσαμε. Αυτήν την λεπτομέρεια η πλειοψηφία του κόσμου δεν μπορεί να την καταλάβει, γι’ αυτό και οι περισσότεροι είναι με ένα πιεσόμετρο στο χέρι και “παίζουν” μετρώντας συνεχώς την πίεσή τους (όταν αγχώνονται, όταν δουλεύουν, όταν πονάνε) και βγάζοντας λανθασμένα συμπεράσματα προχωράνε σε θεραπείες – γιατροσόφια (υπογλώσσια, σκόρδα κλπ) βάζοντας τον ευατό τους σε τεράστιο κίνδυνο (το γιατί θα το εξηγήσουμε παρακάτω).

Το να ανεβοκατεβαίνει λοιπόν η πίεση είναι κάτι το φυσιολογικό και επιθυμητό. Τι είναι τότε υπέρταση; Υπέρταση είναι ένα χρόνιο νόσημα κατά το οποίο υπάρχει μονίμως αυξημένη πίεση ηρεμίας. Χρόνιο σημαίνει ότι όταν κάποιος το έχει, το έχει μόνιμα. Δεν έρχεται και φεύγει. Ή είμαι υπερτασικός 24 ώρες το 24ωρο, ή δεν είμαι. Δεν υπάρχει υπέρταση που να εξαφανίζεται το πρωϊ και να εμφανίζεται το βράδυ. Μονίμως σημαίνει ότι η πίεση είναι αυξημένη κάθε μέρα, για πολλές συνεχόμενες ημέρες, όταν αυτήν μετράται σε ηρεμία. Και ηρεμία σημαίνει ότι η μέτρηση γίνεται σε συνθήκες απόλυτης ηρεμίας (για παράδειγμα το πρωϊ μόλις ξυπνήσει κανείς, μετά από 5λεπτη ηρεμία, χωρίς να αγχώνεται, να πονάει κλπ). Για να βάλει λοιπόν κανείς τη διάγνωση της υπέρτασης απαιτείται η μέτρηση της πίεσης κάθε πρωϊ, σε ηρεμία, για πολλές ημέρες (7-10 ημέρες). Όταν ο μέσος όρος των τιμών είναι αυξημένος, τότε λέμε ότι κανείς είναι υπερτασικός και μάλιστα προσδιορίζουμε και το στάδιο της υπέρτασης, ανάλογα με το ύψος της πίεσης. Πρέπει να είναι κανείς πολύ επιφυλακτικός στις σποραδικές μετρήσεις που κάνει στο ιατρείο, σε φαρμακεία κλπ, όσο υψηλές κι αν είναι αυτές, καθώς είναι σχετικές οι συνθήκες ηρεμίας σε αυτούς τους χώρους (πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν υψηλές τιμές πίεσης όταν βρίσκονται σε ιατρικό περιβάλλον, ενώ αυτές είναι φυσιολογικές όταν η μέτρηση γίνεται στο περιβάλλον του σπιτιού τους – αυτό ονομάζεται “υπέρταση λευκής μπλούζας” και δεν είναι υπέρταση). Εναλλακτικά, ο γιατρός μπορεί να προτείνει τη χρήση ειδικού μηχανήματος-καταγραφέα πίεσης, το Holter πίεσης, το οποίο μετράει πολλές τιμές σε ένα 24ωρο (κάθε 15-30 λεπτά) και μ’ αυτόν τον τρόπο να διαγνώσει την υπέρταση (όταν ο ασθενής δεν καταφέρνει να κάνει σωστές μετρήσεις και ο γιατρός έχει αμφιβολίες για την ορθότητα των μετρήσεων).

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές της πίεσης

Οι “ιδανικές” τιμές της πίεσης είναι έως 120mmHg για τη συστολική (μεγάλη πίεση) και έως 80mmHg για τη διαστολική (μικρή πίεση). Ως φυσιολογικές θεωρούνται επίσης τιμές από120 έως 129mmHg για τη συστολική και από 80 έως 84mmHg για τη διαστολική. Τιμές από 130 έως 139mmHg για τη συστολική και από 85 έως 89mmHg για τη διαστολική θεωρούνται ως “ανώτερες φυσιολογικές”. Όταν η μεγάλη πίεση είναι από 140 έως 159mmHg και/ή η μικρή πίεση είναι από 90 έως 99mmHg, αυτό είναι πρώτου σταδίου υπέρταση, όταν η μεγάλη πίεση είναι από 160 έως 179mmHg και/ή η μικρή πίεση είναι από 100 έως 109mmHg, αυτό είναι δευτέρου σταδίου υπέρταση και όταν η μεγάλη πίεση είναι μεγαλύτερη από 180mmHg και/ή η μικρή πίεση είναι μεγαλύτερη από 110mmHg, αυτό είναι τρίτου σταδίου υπέρταση.

Όπως γίνεται κατανοητό, προκύπτουν 3 είδη υπέρτασης: η συστολική υπέρταση (όταν είναι αυξημένη μόνο η μεγάλη πίεση), η διαστολική υπέρταση (όταν είναι αυξημένη μόνο η μικρή πίεση) και η μεικτή υπέρταση (όταν είναι αυξημένες και η μεγάλη και η μικρή πίεση). Η διάκριση αυτή δεν έχει καμία διαφορά ως προς τους κινδύνους και την αντιμετώπιση, απλώς έχει παρατηρηθεί ότι η διαστολική υπέρταση είναι συχνότερη σε νέους ασθενείς, ενώ η συστολική υπέρταση είναι χαρακτηριστικό των πιο ηλικιωμένων ασθενών.

Επίσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι φυσιολογικές τιμές που αναφέρθηκαν παραπάνω δεν εξαρτώνται από την ηλικία. Είναι ίδιες για όλες τις ηλικίες των ενηλίκων (από 18 έως 118 ετών…). Αυτό διαψεύδει έναν από τους “μύθους” που συνοδεύουν την υπέρταση και λέει ότι όσο πιο μεγάλος είναι κανείς, τόσο πιο ψηλή πρέπει να είναι και η πίεσή του. Αυτό είναι μια από τις βασικές αιτίες που η συχνότητα των επιπλοκών της υπέρτασης (όπως είναι τα εγκεφαλικά επεισόδια) δεν έχει μειωθεί και δυστυχώς τέτοιου είδους ανακρίβειες υποστηρίζονται και από διάφορους “γιατρούς”. Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Όσο πιο μεγάλος είναι κανείς (και άρα τόσο πιο “κοντά” έρχεται στο εγκεφαλικό και στο έμφραγμα), τόσο πιο αυστηρή πρέπει να είναι η ρύθμιση της πίεσής του. Σε έναν νέο ασθενή με υπέρταση, υπάρχει όλος ο χρόνος αυτήν να ρυθμιστεί με μη φαρμακευτικά μέτρα (θα τα αναφέρουμε παρακάτω), ενώ σε έναν ηλικιωμένο θα πρέπει να ρυθμίζεται άμεσα.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε ορισμένες κατηγορίες ασθενών (κυρίως σε αυτούς που γίνεται η λεγόμενη δευτερογενής πρόληψη, δηλαδή έχουν πάθει έμφραγμα, εγκεφαλικό, έχουν νεφρική ανεπάρκεια, περιφερική αρτηριοπάθεια ή έχουν σακχαρώδη διαβήτη) οι επιθυμητές τιμές της πίεσης είναι χαμηλότερες από αυτές του γενικού πληθυσμού και προσεγγίζουν τις τιμές της “ιδανικής πίεσης” όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω.

Πώς γίνεται η σωστή μέτρηση

Η μέτρηση της πίεσης γίνεται με ειδικά όργανα που λέγονται πιεσόμετρα. Αυτά μπορεί να είναι “χειροκίνητα” ή ηλεκτρονικά, να “μιλάνε” ή να “μη μιλάνε”, να ανιχνεύουν αρρυθμίες ή όχι. Αυτό που έχει σημασία πάντως είναι ένα: να μετράει την πίεση στη βραχιόνιο αρτηρία και όχι στην κερκιδική, δηλαδή να έχει περιχειρίδα βραχίονα και όχι καρπού. Το μέγεθος της περιχειρίδας πρέπει να είναι ανάλογο του μεγέθους του βραχίονα (για παχύσαρκους ασθενείς χρειάζεται αντιστοίχως μεγάλη περιχειρίδα).

Η διαδικασία της μέτρησης πρέπει να είναι μια “ιεροτελεστία”. Η μέτρηση πρέπει να γίνεται σε ηρεμία (πρωϊνή ώρα, μετά από πεντάλεπτη χαλάρωση), σε ήρεμο περιβάλλον με την κατάλληλη θερμοκρασία, χωρίς εξωτερικούς θορύβους. Η θέση του σώματος πρέπει να είναι καθιστή, με το μπράτσο ακουμπισμένο σε σταθερό σημείο στο ύψος της καρδιάς. Η μέτρηση πρέπει να γίνεται από το χέρι με την υψηλότερη πίεση (σε κάθε άνθρωπο παρατηρείται μια διαφορά στην πίεση μεταξύ των δύο χεριών, όχι μεγαλύτερη από 10mmHg).

Δυστυχώς, αυτά στην πράξη σπανίως εφαρμόζονται από τους ασθενείς, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται “γλαφυρές” εικόνες μεσήλικων γυναικών που μαζεύονται για τον απογευματινό καφέ, συνοδευόμενο από αλμυρά κουλουράκια, όπου συζητάν κλαίγοντας για τα προβλήματά τους, ενώ ταυτόχρονα μετρούν διαδοχικά τις πιέσεις τους και παίρνουν τα υπογλώσσια μαζί με τα… κουλουράκια. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι “επιπόλαιες” πιέσεις στα ιατρεία ή στα φαρμακεία σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σωστές.

Ποιες είναι οι αιτίες της υπέρτασης

Στη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών με υπέρταση δεν υπάρχει αιτία – είναι δηλαδή “ιδιοπαθής”. Είναι κάτι σαν φυσιολογικό επακόλουθο (όπως είναι το άσπρισμα των μαλλιών) που οφείλεται στη σκλήρυνση των αρτηριών μας και στην έλλειψη ελαστικότητάς τους. Σε ένα πολύ μικρό ποσοστό, η υπέρταση μπορεί να έχει αιτία (τότε ονομάζεται “δευτεροπαθής”) και ο γιατρός οφείλει να διερευνήσει την πιθανή αυτή αιτία γιατί διορθώνοντας την αιτία, διορθώνεται και η υπέρταση. Τα αίτια αυτά μπορεί να είναι παθήσεις των νεφρών, των επινεφριδίων, του θυρεοειδούς κ.α. Στη διαδικασία διερεύνησης για πιθανά δευτεροπαθή αίτια υπέρτασης πρέπει να υποβάλλονται ασθενείς με “ασυνήθιστη” υπέρταση, π.χ. πολύ νέοι ασθενείς, πολύ ηλικιωμένοι ασθενείς, ασθενείς με πολύ υψηλή πίεση εξαρχής ή ασθενείς με δυσκολίες στη ρύθμιση. Πάντως, αυτό θα το καθορίσει ο θεράπων ιατρός.

Αυτό που πρέπει να απασχολεί τους ασθενείς με υπέρταση δεν θα πρέπει να είναι το πού οφείλεται αυτήν (πολλοί “κολλάνε” σ’ αυτό το ερώτημα επειδή δεν μπορούν να αποδεχθούν το γεγονός ότι είναι υπερτασικοί και χάνεται πολύτιμος χρόνος – “από τώρα θα πάρω φάρμακα;”), αλλά το πώς θα ρυθμίσουν σωστά την πίεσή τους.

Τι προκαλεί η υπέρταση

Η υπέρταση είναι ένας από τους τέσσερις κλασικούς κύριους παράγοντες που οδηγούν στην αθηροσκλήρωση (οι άλλοι τρεις είναι το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης και η αυξημένη χοληστερίνη του αίματος). Η αθηροσκλήρωση είναι μια πάθηση των αρτηριών μας (τα σωληνάκια ποτίσματος που αναφέραμε παραπάνω) κατά την οποία υπάρχει σταδιακό (με τα χρόνια) βούλωμα του αυλού τους. Αυτό οδηγεί σε πλήρη απόφραξη της αρτηρίας. Ανάλογα με το ποια αρτηρία προσβάλλεται υπάρχει και η αντίστοιχη εκδήλωση: στεφανιαία αρτηρία της καρδιάς – έμφραγμα, καρωτίδες – εγκεφαλικό επεισόδιο, νεφρικές αρτηρίες – νεφρική ανεπάρκεια, αρτηρίες των ποδιών – περιφερική αρτηριοπάθεια, αρτηρίες του οφθαλμού – αμφιβλητροειδοπάθεια, αρτηρία του πέους – στυτική δυσλειτουργία, κ.ο.κ. Όπως γίνεται αντιληπτό, πάρα πολλές παθήσεις στην ιατρική οφείλονται στην αθηροσκλήρωση, και από την άλλη η σωστή ρύθμιση αυτών των παραγόντων (και της υπέρτασης) προλαμβάνει όλες αυτές τις παθήσεις ταυτόχρονα.

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι εγκεφαλικό δεν έπαθε κάποιος γιατί “ανέβασε” πίεση εκείνη τη στιγμή (ή γιατί έκανε το πρώτο του τσιγάρο, ή γιατί έφαγε ένα γλυκό και ανέβασε το ζάχαρο ή γιατί έφαγε κάτι λιπαρό και ανέβασε χοληστερίνη), αλλά γιατί είχε υπέρταση αρρύθμιστη (ή αντίστοιχα κάπνισμα, διαβήτη ή αυξημένη χοληστερίνη) για πάρα πολλά χρόνια. Αυτό δεν είναι κατανοητό στο γενικό πληθυσμό ο οποίος μόλις διαπιστώσει αυξημένη πίεση τρέχει με αλλαλαγμούς και βιασύνη να την “ρίξει”. Αν ήταν μια αύξηση της πίεσης να μας βάζει σε τέτοιους κινδύνους, τότε θα απαγορευόταν ο αθλητισμός (γιατί προκαλείται αύξηση της πίεσης την ώρα που αθλείται κάποιος), θα απαγορευόταν η χειρονακτική εργασία (εργάτες, κτίστες, αγρότες και πάσης φύσης χειρονάκτες θα κινδύνευαν από εγκεφαλικό και έμφραγμα) και θα δίναμε από ένα πιεσόμετρο στα παιδιά μας να παρακολουθούν την πίεσή τους όταν παίζουν (μην τυχόν και ανεβάσουν πίεση και πάθουν καμμιά “ζημιά”). Επίσης, θα έπρεπε να μετράμε όλοι μας την πίεσή μας συνεχώς (ενδεχομένως κάθε πέντε λεπτά, ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας), μην τυχόν και αυτή ανέβει!!! Πολλές φορές ακούω τους ασθενείς να λένε: “εγώ μετράω την πίεσή μου και αν την δω αυξημένη παίρνω ένα υπογλώσσιο και πέφτει”. Αμέσως, τους ρωτάω: “ και πόσο συχνά μετράς την πίεσή σου;” – “Πρωϊ και βράδυ”. “Τότε, μ’ αυτή τη λογική, δεν είναι αρκετό αυτό, γιατί μπορεί να ανέβει ενδιάμεσα χωρίς να το καταλάβεις, ή ακόμα και τη νύχτα… άρα θα έπρεπε να μετράς κάθε πέντε λεπτά ενδεχομένως και ακόμη να βάλεις ξυπνητήρι και τη νύχτα να μετράς μην τυχόν ανέβει…”. Το πιο λυπηρό αυτής της συζήτησης δεν είναι η τρομερή άγνοια των ασθενών αλλά ότι αυτή την οδηγία την έχουν δώσει… θεράποντες ιατροί (!), με αποτέλεσμα να συντηρείται ο μύθος και πρακτικά οι ασθενείς να παραμένουν αρύθμιστοι. Και το τραγικό είναι ότι ενώ από μια υψηλή πίεση κινδυνεύει κανείς από εγκεφαλικό και έμφραγμα σε βάθος… ετών, από μια χαμηλή πίεση που μπορεί να προκαλέσει με τη λήψη υπογλωσσίων κινδυνεύει από έμφραγμα και εγκεφαλικό σε λίγη… ώρα! Γιατί ο εγκέφαλος ή η καρδιά σταματάν να “ποτίζονται” είται λόγω απόφραξης των αρτηριών (που θέλει χρόνο) είτε κλείνοντας τη “βρύση ποτίσματος” (υπόταση).

Συνδυάζοντας και τα παραπάνω (ότι δηλαδή στο έμφραγμα και στο εγκεφαλικό οδηγούν όχι μόνο η πίεση αλλά και οι άλλοι παράγοντες – κάπνισμα, διαβήτης και χοληστερίνη), γίνεται φανερό ότι δεν θα πρέπει να επικεντρώνει κανείς μόνο στη σωστή ρύθμιση της πίεσης, αλλά και στη ρύθμιση των υπολοίπων παραγόντων κινδύνου. Τι νόημα έχει κάποιος να προσπαθεί να ρίξει την πίεσή του από 150mmHg στο 130mmHg, όταν για παράδειγμα συνεχίζει το κάπνισμα, ή έχει 300 χοληστερίνη; Αυτό που μάλλον θα καταφέρει είναι να πάθει πάλι εγκεφαλικό, με καλή πίεση. Αυτό, δηλαδή, που θα πρέπει να ενδιαφέρει είναι η μείωση του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου και όχι η μείωση μεμονωμένων παραγόντων κινδύνου.

Πώς ρυθμίζεται σωστά η υπέρταση

Όταν λοιπόν ο ασθενής κάνει σωστά τις μετρήσεις της πίεσής του (το πρωϊ σε ηρεμία για πολλές ημέρες), προκύπτει ένας αριθμός μετρήσεων. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο μέσος όρος των τιμών αυτών. Με βάση αυτό το μέσο όρο, ο γιατρός προσθέτει τη φαρμακευτική αγωγή με τέτοιο τρόπο ώστε να ισορροπήσει η όλη κατάσταση (σαν ζυγαριά), λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο (ενδεχομένως εβδομάδες), καθώς τα φάρμακα αργούν να δώσουν το μέγιστο της δράσης τους. Σωστή δηλαδή ρύθμιση είναι αυτήν κατά την οποία ο ασθενής λαμβάνει καθημερινά τη φαρμακευτική του αγωγή (όχι όποτε έχει πίεση) και όποτε κι αν μετρηθεί η πίεση (σε ηρεμία), αυτή θα είναι καλή (σε μη ηρεμία μπορεί να είναι όσο υψηλή χρειάζεται ο οργανισμός). Ασθενείς που λαμβάνουν περιστασιακά την αγωγή τους (όποτε νομίζουν ότι έχουν πίεση), δεν επιτρέπουν τη “ζυγαριά” να ισορροπήσει – αντιθέτως την κάνουν “τραμπάλα” (μια παίρνουν μια δεν παίρνουν φάρμακα), με αποτέλεσμα να έρχονται στο γιατρό με διαμαρτυρίες τύπου: “γιατρέ, εμένα η πίεσή μου είναι σαν ασανσέρ – μία πάνω, μία κάτω”. Αυτό που τους απαντάω είναι ότι μόνοι τους το προκαλούν αυτό στον εαυτό τους με αυτήν την τακτική.

Ο αριθμός των φαρμάκων που απαιτούνται για να ρυθμιστεί μία υπέρταση, δεν είναι ίδιος από ασθενή σε ασθενή και εξαρτάται από το στάδιο της υπέρτασης, το φύλο, την ηλικία και το σωματικό βάρος. Γι’ αυτό και δεν είναι σωστό οι ασθενείς να κάνουν συγκρίσεις με άλλους ασθενείς (φίλους, συγγενείς κλπ). Κάθε ασθενής είναι διαφορετικός και είναι ευθύνη του γιατρού να καθορίσει την φαρμακευτική αγωγή.

Εκτός από τα φάρμακα, υπάρχουν μια σειρά από μη φαρμακευτικά μέτρα που πρέπει να ακολουθεί και να εφαρμόζει ο ασθενής, τα οποία μπορούν να μειώσουν (ή και σε κάποιες περιπτώσεις να μηδενίσουν) τον αριθμό των φαρμάκων που απαιτούνται για τη ρύθμιση της υπέρτασης. Αυτά είναι: η αποφυγή κατανάλωσης άλατος (όχι μόνο το μαγειρικό αλάτι αλλά και όλα τα αλμυρά τρόφιμα όπως είναι οι ελιές, τα τυριά, τα τουρσιά, ξηροί καρποί αλατισμένοι κλπ), η αποφυγή κατανάλωσης αλκοόλ, η διακοπή καπνίσματος, η απώλεια βάρους, η αερόβια άσκηση (περπάτημα, τρέξιμο, κολύμπι, ποδήλατο, χορός) και η αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών.

Επίσης, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η χρήση ορισμένων φαρμάκων, μπορεί να απορρυθμίσει την πίεση. Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα (που λαμβάνονται και χωρίς την οδηγία ιατρού) είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), φάρμακα που χρησιμοποιούνται ως παυσίπονα. Αυτά, σε οποιαδήποτε μορφή κι αν λαμβάνονται (χάπια, αλοιφές, λοσιόν, ενέσεις) προκαλούν απορρύθμιση της αρτηριακής πίεσης για όσο διαρκεί η θεραπεία, αλλά και λίγες ημέρες μετά.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η επίτευξη σωστής ρύθμισης της υπέρτασης, είναι μια διαρκής διαδικασία και πρέπει να ελέγχεται διαχρονικά. Το ότι φέτος κάποιος είναι ρυθμισμένος με την τάδε αγωγή δεν σημαίνει ότι αυτό θα ισχύει και το επόμενο έτος ή σε πέντε έτη. Από τη μια η υπέρταση είναι γενικώς ένα εξελισσόμενο νόσημα. Από την άλλη, διάφοροι παράγοντες όπως η αυξομείωση του βάρους, ο τρόπος ζωής, αλλά ακόμη και οι εποχικές μεταβολές (χειμώνας-καλοκαίρι) μπορούν να μεταβάλλουν το επίπεδο ρύθμισης. Για το λόγο αυτό, ο υπερτασικός ασθενής είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί τακτικά την πίεσή του και όταν διαπιστώνει απορρύθμιση (σε διαδοχικές ρυθμίσεις πολλών ημερών) να συμβουλεύεται τον γιατρό του.

Συνοψίζοντας

  • Δεν προσεγγίζουμε ποτέ την υπέρταση σαν επείγουσα κατάσταση
  • Δεν λαμβάνουμε υπογλώσσια και δεν επιχειρούμε γρήγορη και απότομη πτώση της πίεσης, όσο υψηλή κι αν είναι αυτή
  • Δεν επιτρέπουμε καμμία παρέμβαση στην αντιϋπερτασική μας αγωγή από οποιονδήποτε (ακόμη και από τον “καλύτερο” γιατρό), αν δεν έχουμε μετρήσει τιμές πίεσης ηρεμίας πολλών ημερών, όσο υψηλή κι αν είναι η πίεσή μας
  • Εμπιστευόμαστε μόνο τον γιατρό μας και όχι οποιονδήποτε (φίλο, συγγενή, καφετζού, κομμώτρια ή και τον ίδιο μας τον εαυτό)
  • Λαμβάνουμε πάντοτε σταθερά την αγωγή μας και δεν παραλείπουμε, ούτε προσθέτουμε δόσεις φαρμάκων
  • Φροντίζουμε να ρυθμίζουμε και τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου

 

Υπερηχοκαρδιογράφημα – Triplex

Το υπερηχοκαρδιογράφημα είναι η βασικότερη εξέταση στην καρδιολογία. Οι πληροφορίες που παίρνουμε και οι παθήσεις που μπορούμε να διαγνώσουμε, είναι πολλές και ποικίλες. Στην ουσία, είναι μια μέθοδος με την οποία είναι σαν ο γιατρός να μπαίνει μέσα στην καρδιά μας και να την βλέπει πώς συστέλλεται και διαστέλλεται, πώς λειτουργούν οι βαλβίδες της, αν υπάρχουν κατασκευαστικές ανωμαλίες (συγγενείς καρδιοπάθειες) κ.ο.κ. Είναι, δηλαδή, σαν ένα είδος “επιθεώρησης”. Εύκολα, λοιπόν, γίνεται κατανοητό, ότι η αξιοπιστία της εξέτασης εξαρτάται από την αξιοπιστία του “επιθεωρητή”, είναι δηλαδή εξαρτώμενη από την αξιοπιστία του εξεταστή-γιατρού. Αν κάποιος γιατρός είναι επιπόλαιος και διενεργεί την εξέταση ψάχνοντας μόνο ένα-δύο πράγματα (χωρίς να τα ψάχνει όλα), τότε η εξέταση δίνει “ψευδώς φυσιολογικό” αποτέλεσμα. Αντίθετα, ο σχολαστικός γιατρός, αυτός που θα ψάξει τα πάντα, που θα αφιερώσει χρόνο γι’ αυτό, είναι αυτός που θα δώσει αξιόπιστο αποτέλεσμα.

Αυτό εξηγεί γιατί αλλάζοντας κάποιες φορές καρδιολόγο, “εμφανίζεται” ένα καινούριο πρόβλημα που δεν το ξέραμε πριν. Στην ουσία δεν είχε γίνει ποτέ διεξοδική και λεπτομερής εξέταση. Για τον ίδιο λόγο, οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το πόρισμα του υπερήχου (οι οποίες κάποιες φορές είναι εντυπωσιακές από τεχνικής άποψης), δεν δείχνουν την αξιοπιστία της εξέτασης, γιατί είναι “επιλεγμένες” από τον γιατρό. Αν δεν έψαξε αυτά που έπρεπε να ψάξει, αυτό δεν θα το δείξουν οι φωτογραφίες. Γι’ αυτό, αυτό που έχει αξία στο πόρισμα είναι το ίδιο το πόρισμα και το περιεχόμενό του. Ο γιατρός πρέπει υπογράφοντας να αναφέρει τι έψαξε και τι βρήκε. Ακόμη κι αν έψαξε κάτι και το βρήκε φυσιολογικό, αυτό πρέπει να αναφερθεί, γιατί όταν κάποιος διαβάσει εκ των υστέρων το πόρισμα δεν μπορεί να ξέρει αν αυτό που δεν αναφέρεται εξετάστηκε και βρέθηκε φυσιολογικό ή δεν εξετάστηκε καθόλου. Δυστυχώς, όμως, βλέπουμε σαν πορίσματα 3-4 φωτογραφίες (κακής ποιότητας ενίοτε), χωρίς γραπτό πόρισμα και χωρίς υπογραφή από τον εξεταστή, έτσι ώστε τουλάχιστον να τον ρωτήσουμε (αν θυμάται) τι είδε. Τέτοιου είδους υπερηχογραφήματα είναι για τον κάλαθο των αχρήστων, είναι σαν να μην έγιναν ποτέ.

Η υπερηχοκαρδιογραφική, λοιπόν, μελέτη, χρησιμοποιεί διάφορες υπερηχογραφικές τεχνικές για να εκτιμήσει ο γιατρός σωστά την καρδιακή λειτουργία (M-mode, δισδιάστατη υπερηχογραφία, Dopller παλμικό, συνεχές, ιστικό κλπ). Μία από αυτές τις τεχνικές (που βοηθάει στην εκτίμηση της ροής του αίματος μέσα στην καρδιά) είναι η τεχνική triplex. Γενικώς με τη τεχνική triplex (ή “έγχρωμη απεικόνιση της ροής”), έχουμε τη δυνατότητα να δούμε ροή αίματος σε οποιοδήποτε αγγείο του σώματος (αρτηρία ή φλέβα). Έτσι, εκτός από triplex καρδιάς, υπάρχει και triplex αορτής, νεφρικών αρτηριών, καρωτίδων, σπονδυλικών αρτηριών, αρτηριών κάτω άκρων, φλεβών κάτω άκρων κ.ο.κ. Πολλοί ασθενείς, λανθασμένα νομίζουν ότι το triplex είναι μια ξεχωριστή εξέταση για την καρδιά από το υπερηχοκαρδιογράφημα (ενώ είναι μέρος του) και επίσης νομίζουν (επίσης λανθασμένα) ότι ο καρδιολόγος μπορεί να κάνει triplex σε οποιοδήποτε αγγείο του σώματος (συχνά ζητούν triplex καρωτίδων από τον καρδιολόγο). Η εκτίμηση με την τεχνική triplex των υπολοίπων αγγείων (εκτός της καρδιάς και της θωρακικής αορτής), γίνεται με διαφορετικές υπερηχογραφικές κεφαλές και διενεργείται από τον ακτινολόγο. Αυτός έχει εκπαιδευτεί γι’ αυτό (και όχι ο καρδιολόγος). Ακόμη κι αν κάποιος καρδιολόγος έχει δικιά του κεφαλή και έχει μάθει να διενεργεί triplex αγγείων (πού άραγε;), δεν εξουσιοδοτείται (με βάση το ΠΔ 228/07-09-2000) να διενεργεί αυτήν την εξέταση και να δίνει πόρισμα. Η διευκρίνηση αυτή είναι απαραίτητη, καθώς υπάρχουν “συνάδελφοι” καρδιολόγοι οι οποίοι δίνουν πορίσματα για triplex αγγείων, χωρίς να είναι εξουσιοδοτημένοι. Σε ένα ευνομούμενο κράτος, τα θέματα αυτά θα ήταν λυμένα έπειτα από παρέμβαση του Ιατρικού Συλλόγου. Δυστυχώς, στη χώρα μας, οι ιατρικοί σύλλογοι ασχολούνται με “συνδικαλιστικά” θέματα και όχι με θέματα δεοντολογίας (για να ασχοληθεί μ’ αυτά πρέπει να υπάρξει “επώνυμη” καταγγελία, να πάρει δηλαδή κάποιος γιατρός ή ασθενής την ευθύνη και όχι ο ιατρικός σύλλογος), οπότε η “προστασία” των ασθενών από τέτοιου είδους πρακτικές και τσαρλατανισμούς έρχεται αναγκαστικά μέσα από την ενημέρωση.

 

Τι είναι το Holter ρυθμού

Το Holter ρυθμού (ή καταγραφέας ρυθμού) είναι μια συσκευή με την οποία δίνεται η δυνατότητα στον γιατρό να παρακολουθήσει τον καρδιακό ρυθμό του ασθενούς του για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Υπάρχουν Holter ρυθμού 24 ωρών, 48 ωρών και τελευταία 7 ημερών. (Υπάρχουν και εμφυτεύσιμα Holter, καταγραφείς δηλαδή που εμφυτεύονται κάτω από το δέρμα του ασθενούς, όταν θέλουμε να τον παρακολουθήσουμε για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα 6 ή και 12 μηνών).

Το Holter ρυθμού αποτελείται από ένα μικρό μηχάνημα (μεγέθους από αναπτήρα έως πακέτου τσιγάρων) που φέρει 5 ή 10 καλώδια, τα οποία συνδέονται με το θώρακα του ασθενούς με τη βοήθεια ειδικών “αυτοκόλλητων” που λέγονται patch.

Η χρησιμότητα του Holter είναι για να καταγράψουμε τις διάφορες αρρυθμίες. Οι αρρυθμίες στην καρδιολογία είναι μια ομάδα διαφορετικών διαταραχών του ρυθμού της καρδιάς, που για να τις διαγνώσουμε πρέπει να τις καταγράψουμε σε χαρτί τη στιγμή που συμβαίνουν. Όσο δεν είναι καταγεγραμμένη μια αρρυθμία, μόνο υποθέσεις μπορεί να κάνει ο γιατρός για το ποια αρρυθμία έχει ο ασθενής. Φορώντας λοιπόν αυτόν τον… “κατάσκοπο”, αυξάνεται η πιθανότητα να καταγραφεί η εκάστοτε διαταραχή του ρυθμού. Αν δεν συμβεί όμως η αρρυθμία κατά το χρονικό διάστημα της καταγραφής, το Holter δεν θα καταγράψει τίποτα. Αξία, δηλαδή, έχει το θετικό αποτέλεσμα και όχι το αρνητικό. Γι’ αυτό, σε κάποιες περιπτώσεις, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει να ξαναβάλει ο ασθενής Holter δυο, τρεις ή και περισσότερες φορές (μέχρι να καταγραφεί η αρρυθμία).

 

Δοκιμασία Κόπωσης (Test Κόπωσης)

Η δοκιμασία κόπωσης (test κόπωσης) είναι μια βασική εξέταση στην καρδιολογία, η οποία έχει διάφορες ενδείξεις (“ένδειξη” σημαίνει “ιατρικός λόγος” και άρα την ανάγκη διενέργειας της εξέτασης την προσδιορίζει ο γιατρός και όχι ο ασθενής). Η κυριότερη ένδειξη είναι η ανίχνευση της στεφανιαίας νόσου (η πάθηση που χαρακτηρίζεται από το βούλωμα των αρτηριών της καρδιάς). Άλλες ενδείξεις είναι η εκτίμηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία ασθενών με γνωστή στεφανιαία νόσο, η εκτίμηση αρρυθμιών κλπ. Διενεργείται είτε με χρήση κυλιόμενου τάπητα (βάδιση) είτε με χρήση ποδηλάτου (αν και επικρατέστερη παγκοσμίως είναι η πρώτη, ενώ η δεύτερη πλεονεκτεί σε ανθρώπους με αδυναμία βάδισης).

Η δοκιμασία κόπωσης λοιπόν δεν διενεργείται για να δει ο γιατρός τις αντοχές του ασθενούς στην κόπωση (αυτό θα μπορούσε να το μάθει και απλώς ρωτώντας τον ασθενή) αλλά για να δει τη συμπεριφορά της καρδιάς στο μέγιστο της κόπωσης. Αυτό που προσπαθούμε δηλαδή στη δοκιμασία κόπωσης είναι να “κουράσουμε” την καρδιά, ώστε να την μελετήσουμε υπό αυτές τις συνθήκες. Όταν λοιπόν έχουμε ένα ασθενή με “κακή φυσική κατάσταση”, εύκολα θα “κουραστεί” η καρδιά του, ο γιατρός θα δει αυτό που θέλει να δει και ο ασθενής πανηγυρίζοντας θα καυχιέται στους φίλους του ότι “το έβγαλε”. Αντιθέτως, όταν ένας ασθενής έχει πολύ καλή φυσική κατάσταση, είναι πιο δύσκολο (έως και αδύνατο κάποιες φορές) να “κουραστεί” η καρδιά του και άρα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί το test κοπώσεως. Ένας τέτοιος ασθενής λοιπόν “δεν βγάζει” τη δοκιμασία κόπωσης.

Η δοκιμασία κόπωσης, λοιπόν, είναι είτε “θετική” (έχει πρόβλημα ο ασθενής), είτε “αρνητική” (δεν έχει πρόβλημα ο ασθενής) και όχι “τη βγάζει” ή “δεν τη βγάζει”. Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι δεν είναι δικαιολογία για έναν ασθενή να μην υποβληθεί σε δοκιμασία κόπωσης η φράση “εγώ περπατάω δέκα χιλιόμετρα στο κυνήγι και δεν έχω ανάγκη”, γιατί την στιγμή που αυτός περπατάει δέκα χιλόμετρα, η καρδιά μπορεί να μην αιματώνεται σωστά λόγω στένωσης των αρτηριών, η δοκιμασία κόπωσης να είναι εντόνως θετική και τελικά να υποβληθεί σε τετραπλό by-pass (παρά την τεράστια ικανότητά του προς βάδιση)! Αντιθέτως, κάποιος ασθενής μπορεί να έχει κάκιστη φυσική κατάσταση, αλλά η καρδιά του να αιματώνεται σωστά και άρα το test κοπώσεως να είναι φυσιολογικό (απλώς σ’ αυτόν θα συστήσουμε να βελτιώσει την φυσική του κατάσταση με άσκηση). Το ίδιο ισχύει και για ορισμένες γυναίκες, παχύσαρκες, με κακή φυσική κατάσταση, οι οποίες λένε “γιατρέ, δεν θέλω να κάνω test κοπώσεως, δεν θα το βγάλω με τίποτα”. Αυτές ακριβώς είναι που πρέπει να το κάνουν (γι’ αυτές έχει σχεδιαστεί η εξέταση, όχι για έναν αθλητή).

Ένα πρόβλημα που έχει να κάνει με την αξιοπιστία της εξέτασης όσον αφορά την ανίχνευση της στεφανιαίας νόσου είναι ότι η αξιοπιστία της εξαρτάται από την πιθανότητα του ασθενούς να έχει πρόβλημα. Δηλαδή, όταν η εξέταση χρησιμοποιείται αλόγιστα και σε ασθενείς με χαμηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο (νέοι ασθενείς, γυναίκες), αυξάνεται το ποσοστό των “ψευδών” αποτελεσμάτων, μείωνοντας την αξιοπιστία της μεθόδου. Η δοκιμασία κόπωσης έχει ένδειξη για ασθενείς μέσου και υψηλού καρδιαγγεικού κινδύνου (ασθενείς με παράγοντες κινδύνου ή ασθενείς με τυπική συμπτωματολογία στηθάγχης). Η επιλογή, λοιπόν, της εξέτασης πρέπει να γίνεται με ορθολογισμό (με βάση τις ιατρικές ενδείξεις) και όχι αλόγιστα (προκειμένου να αυξήσουμε το… λογαριασμό στον ασθενή).

Η προετοιμασία του ασθενούς είναι πολύ σημαντική για τη σωστή διενέργεια της εξέτασης. Θα πρέπει (στις περισσότερες των περιπτώσεων) να γίνεται διακοπή ορισμένων φαρμάκων που λαμβάνει ο ασθενής (και τα οποία “εμποδίζουν” την καρδιά να “κουραστεί”), γιατί αν δεν γίνει αυτό, το αποτέλεσμα της δοκιμασίας κόπωσης καθίσταται “αναξιόπιστο”. Δυστυχώς, πολλές φορές υποδιαγιγνώσκονται ασθένειες επειδή δεν έχει γίνει σωστή προετοιμασία (και αυτό είναι ευθύνη αποκλειστικά του θεράποντος ιατρού). Επίσης, επειδή η δοκιμασία κόπωσης μπορεί να αποβεί μοιραία για κάποιες κατηγορίες ασθενών (υπάρχουν δηλαδή “αντενδείξεις”), θα πρέπει να προηγείται έλεγχος με ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχοκαρδιογράφημα, προκειμένου να αποκλειστούν παθήσεις (όπως είναι η βαριά στένωση αορτικής βαλβίδας, η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, οι κακοήθεις αρρυθμίες, ο πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός, η σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια κ.α.) στις οποίες απαγορεύεται η δοκιμασία κόπωσης (και αυτό είναι ευθύνη του γιατρού). Δυστυχώς, πολλές φορές μου ζητήθηκε δοκιμασία κόπωσης από ασθενείς που αρνούνται να υποβληθούν στις προαπαιτούμενες εξετάσεις ή πρόλαβα (τελευταία στιγμή) να αποτρέψω προγραμματισμένη δοκιμασία κόπωσης σε ασθενείς με αντενδείξεις.

Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι υπάρχουν περιορισμοί στη δοκιμασία κόπωσης (ασθενείς με χαρακτηριστικές ηλεκτροκαρδιογραφικές εικόνες ή ασθενείς που δεν μπορούν να βαδίσουν λόγω ορθοπεδικού προβλήματος). Για τους ασθενείς αυτούς εναλλακτική λύση αποτελεί το σπινθηρογράφημα καρδιάς ή το υπερηχογράφημα κόπωσης (stress echo).

 

Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ)

Το ΗΚΓ είναι μία από τις βασικές εξετάσεις στην καρδιολογία. Καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς (αν φανταστούμε την καρδιά σαν μια ηλεκτρομηχανική αντλία) και βοηθάει στη διάγνωση παθήσεων της καρδιάς (όπως είναι η ισχαιμία, το έμφραγμα, οι αρρυθμίες) αλλά και άλλων συστημάτων (ηλεκτρολυτικών διαταραχών, αναπνευστικών παθήσεων, νευρομυϊκών νοσημάτων κ.α.). Η αξιοπιστία του ΗΚΓ μεγιστοποιείται όταν αυτό διενεργείται τη στιγμή του συμπτώματος (πόνος στο στήθος, αίσθημα παλμών) και τότε γίνεται αναντικατάστατη σαν εξέταση.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι στο ΗΚΓ δεν εξαντλείται όλη η καρδιολογία. Πολλοί ασθενείς προσέρχονται στον Καρδιολόγο ζητώντας “ένα καρδιογράφημα”. Ή ακόμη θεωρούν ότι επειδή κάποια στιγμή στη ζωή τους (στο Στρατό, στο σχολείο, στο αθλητικό σωματείο) έκαναν ένα καρδιογράφημα, δεν χρειάζεται να υποβληθούν και σε λεπτομερή καρδιολογική εξέταση. Ακόμη και αν το ΗΚΓ είναι φυσιολογικό, αυτό δεν σημαίνει ότι η καρδιά είναι φυσιολογική. Αν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχαν καρδιολόγοι και καρδιολογία.

Τέλος, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι πολύ χρήσιμο όταν ο ασθενής προσέρχεται στον καρδιολόγο να προσκομίζει και τα παλιά του ηλεκτροκαρδιογραφήματα, γιατί για τη διάγνωση των διαφόρων παθήσεων είναι πολύ χρήσιμη η σύγκριση με τα προηγούμενα.